ΜΙΑ ΖΩΗ,
γράφω προσωπικά κείμενα. Πρώτη φορά, δεν μου είναι εύκολο. Αισθάνομαι ότι δουλειά μου τώρα είναι να ξεχάσω τον εαυτό μου. 'Η μάλλον να τον νοιαστώ μέσω των άλλων. 

 

Το κλείσιμο στο σπίτι δεν με ενοχλεί.  Ούτως ή άλλως, όλα όσα «ζούσα», συνέβαιναν πάντα στο μυαλό μου. Ακόμη και τα ταξίδια μου, ήταν μετακινήσεις σε σταθερό φόντο - μια παντοδύναμη εσωτερική ζωή.

 

Εντάξει, με πονάνε λίγο κάποιες ωραίες  εικόνες, που ξαφνικά φαντάζουν απλησίαστες: π.χ. οι ανέμελες μέρες του περασμένου καλοκαιριού. Πότε θα τις ξαναζήσω; Εφορμούν δολίως όταν πέφτω να κοιμηθώ - πάμφωτες! - πώς να κλείσω μάτι;

 

Και με εκπλήσσει που για πρώτη φορά, τα βιβλία δεν με παρηγορούν. Ούτε εκείνοι οι συγγραφείς που θεωρούσα σύντροφους εν όπλοις. Ίσως στο επόμενο στάδιο. Όταν από το σοκ, πάμε στην άρνηση, το θυμό, το  πένθος κι εντέλει την παραδοχή. Ίσως καταφέρω να τελειώσω τον Προυστ.

 

Ανακαλύπτω μέσα μου μια βαθιά αγάπη για τα παιδιά του γραφείου. Ένα προαίσθημα για τις δύσκολες μέρες που θα έρθουν αισθηματοποιεί ακόμη περισσότερο τα άρθρα τους που διαβάζω εδώ - και όχι σπάνια, με παίρνουν τα ζουμιά. Είναι η οικογένειά μου.

 

Προσπαθώ να φανταστώ το αντισηπτικό μέλλον. Και δεν μπορώ να του δώσω σχήμα (μπορεί κανείς;). Πότε θα κάτσουμε σαν άνθρωποι πάλι, δίπλα δίπλα; Πότε θα φλερτάρουμε ξανά; Χωρίς εγγύτητα, η καρδιά γίνεται οκνή, βαριέται. Με phone sex, παιδιά δεν γεννιούνται. Το πρόσωπο θέλει αγγίγματα, φιλιά… Απορίες πολλές. 

 

Απέκτησε, λέει, η θάλασσα της Βενετίας ξανά το διάφανο πρασινογάλαζο του Καναλέτο. Και ήρθαν πίσω τα δελφίνια. Πού πήγαν οι άνθρωποι;  Ας κάναμε ξανά μια βόλτα αμέριμνοι, κι ας ήταν μαύρα τα νερά. Πανούκλα θέριζε, αιώνες πριν, πόλεις με ανέφελο ουρανό. Μέτρο είναι ο άνθρωπος. Το θέμα είναι να ζήσουμε.

 

Λίγο, λοιπόν, με νοιάζει αν είμαι μέσα. Περισσότερο σκέφτομαι τη μάνα μου στο νησί (εκτός του ότι κοινώνησε την περασμένη Κυριακή, σήμερα φώναξε τον ηλεκτρολόγο!) και  διάφορους φίλους που ζουν αυτοσχεδιάζοντας (σαν «τραγουδιστές κότσυφες») και η νέα φάση θα τους προσγειώσει άσχημα. Νομίζαμε ότι έρχεται μια νέα εποχή κρασιού και ρόδων. Αμ δε.

 

Και σκέφτομαι τους τελευταίους της κοινωνίας που ξαφνικά κατέβηκαν κι άλλη πίστα. Σήμερα ένας άστεγος ανασκάλευε τα σκουπίδια του κάδου κάτω από το σπίτι, ουρλιάζοντας ένα δικό του πρόστυχο τραγούδι, με μια αγριοφωνάρα σπαρακτική- άναρθρες λέξεις που όλο κατέληγαν σε κάτι «κώλο», «από τον κώλο»... Ο άνθρωπος ουσιαστικά έκλαιγε-  χωρίς καν την πολυτέλεια των δακρύων. Συνέχισε έτσι μόνος, στον δρόμο που δεν πέρναγε ψυχή.

 

Εγώ καλά είμαι. Προς το παρόν. Ένα με νοιάζει τώρα. Να κάνω αυτό εφ΄ω ετάχθην.  Δουλειά μου είναι να παραμείνει η LIFO, μέσα στην τέλεια καταιγίδα, ένα μέσο αντάξιο της εμπιστοσύνης που της δείχνει ο κόσμος. Και να εξαντλήσω κάθε περιθώριο ώστε οι πληγές που θ’ αφήσει αυτό το ξεθεμέλιωμα να είναι οι λιγότερες στα πρόσωπα που αγαπώ ή δουλεύουμε μαζί.

 

Η ζωή δεν θα σταματήσει. Πριν λίγο ο Πάρις, μάς έστειλε από το μαιευτήριο τη σέλφι του. Γελάει ευτυχισμένος. Μόλις γεννήθηκε το πρώτο του παιδί. Ένα μικρό, γαλάζιο πλάσμα στο βάθος της εικόνας.

 

Θα μείνουν 15 μέρες καραντίνα. Θα βγουν. Και η ζωή, όπως πάντα, θα συνεχίσει το δρόμο της.

 

Ελπίζω το μωράκι αυτό να μας πάρει απ' το χέρι…