«ΒΡΙΣΚΟΜΑΣΤΕ ΣΕ ΠΟΛΕΜΟ»
είπε ο Μακρόν και το επανέλαβε ο Μητσοτάκης. Θυμίζει όντως πόλεμο, τον «δικό μας» παγκόσμιο πόλεμο. Στη Θεσσαλονίκη, επί Κατοχής, οι Γερμανοί είχαν αναρτήσει σε κεντρικό σημείο, γωνία Τσιμισκή και Κομνηνών, έναν χάρτη όπου σηματοδοτούσαν με χρωματισμένες πινέζες την προέλασή τους ανά την υφήλιο ‒ τώρα παρακολουθούμε τη διάδοση του ιού σε ανάλογο χάρτη στο Ίντερνετ. Όπως στην Κατοχή τους ένωσαν όλους ο φόβος και η ανάγκη για επιβίωση, έτσι συμβαίνει και σήμερα μ' εμάς. Νιώθω και τώρα το αίσθημα να είναι περίπου το ίδιο. Φυσικά, δεν είναι ίδια όλα τα υπόλοιπα. Καταρχάς, δεν πρόκειται για πόλεμο, δεν γίνονται αιματηρές συγκρούσεις, και δεύτερον υπάρχει συνεχής ενημέρωση μέσω του Διαδικτύου αλλά και μέσω της τηλεόρασης, απ' όπου οι περισσότερες δημοκρατικές κυβερνήσεις του κόσμου και τα ΜΜΕ μας πληροφορούν για τις ιατρικές, κοινωνικές και πολιτικές εξελίξεις. Ποτέ πριν αυτό που λέμε «παγκόσμιο χωριό» δεν εμφανίστηκε τόσο ενωμένο. Αποδεικνύεται περίτρανα ότι όλοι ανήκουμε σε μια γιγάντια, ευρεία κοινωνία, αυτή των ανθρώπων που έχουν χτυπηθεί από έναν κοινό εχθρό τόσο ύπουλο που είναι αδύνατο να τον πολεμήσεις. Μόνο να αμυνθείς μπορείς, αποφεύγοντας όσο το δυνατό την έκθεση σε αυτόν.


Το γεγονός ότι χάρη στο Ίντερνετ επικοινωνώ καθημερινά με καλούς φίλους από την Αθήνα, την υπόλοιπη Ελλάδα και το εξωτερικό, το ότι βρίσκομαι σε σταθερή σύνδεση με συνεργάτες εξαιτίας και χάρη στον αυτοπεριορισμό στα σπίτια μας εμένα μου δημιουργεί ευφορία. Κι ας είναι ο λόγος θλιβερός, επειδή αμυνόμαστε εναντίον μιας εφιαλτικής απειλής, της διάδοσης ενός ιού με τους πολλαπλασιαζόμενους θανάτους. Σαν να περιμένουμε μια ολοσχερή καταστροφή, που όμως μπορούμε να αποτρέψουμε, αν το πιστέψουμε! Σαν μια συνωμοσία υπέρ της ζωής, στο πλαίσιο της οποίας τα όρια και οι διαφορές έχουν καταλυθεί και μας ενώνει ο κοινός αγώνας για επιβίωση. Η απομόνωση δεν με φοβίζει, ζω μόνος σχεδόν από επιλογή, η μοναξιά ήταν ανέκαθεν το modus vivendi μου, από το οποίο αντλώ δύναμη. Ως εκ τούτου, σχεδόν την αποζητώ ώρες-ώρες. Δεν με πείραξε καθόλου όταν συνειδητοποίησα ότι είμαστε υποχρεωμένοι να μείνουμε μέσα. Εμένα, που θέλω να είμαι μονίμως ανάμεσα σε καλές παρέες και πολυκοσμία!

 

Έκανα, όπως και άλλοι, μεγάλη υπομονή τα 10 χρόνια της κρίσης, κι εκεί που περίμενα κάπως να βελτιωθούν τα πράγματα, πάμε πάλι πίσω στο σημείο μηδέν. Μόνο που την περίοδο της κρίσης η ζωή συνεχιζόταν. Τώρα ο χρόνος έχει παγώσει.

 

Το προηγούμενο Σάββατο ήταν τα γενέθλιά μου. Αν δεν ήταν το Facebook να ενημερώσει τους δεκάδες φίλους θα το είχαν θυμηθεί μόνο οι ελάχιστοι στενοί φίλοι. Έτσι, δέχτηκα ατέλειωτες ευχές ακόμα και από ανθρώπους που δεν γνωρίζω πραγματικά. Αλλά είναι ωραίο να λαμβάνεις τόσο πολλές ευχές. Δεν μπόρεσα να πάω, όπως το συνηθίζω, μέχρι το γραφείο να κεράσω τους φίλους και συναδέλφους. Για βραδινή μάζωξη, ούτε λόγος. Πήγα μέχρι το σούπερ μάρκετ χωρίς να πάρω ιδιαίτερες προφυλάξεις, είναι η αλήθεια, αν και το να προσέχω τι πιάνω και να πλένω αμέσως τα χέρια μου μετά από μια βόλτα έξω στον δρόμο είναι κάτι που εφαρμόζω πάντοτε ‒ έχω μια υστερία με την καθαριότητα. Οπότε τα μέτρα κατά του κορωνοϊού δεν ήταν κάτι που άλλαξε τις συνήθειές μου, μάλλον με δικαίωσαν. Εγώ απλώς τα ενίσχυσα, καθώς το πλύσιμο των χεριών έγινε πιο συχνό και ακόμα πιο σχολαστικό. Ομολογώ ότι το μεγάλο πρόβλημα δεν το κατάλαβα αμέσως, θεώρησα υπερβολή το ότι ο ιός διαδίδεται τόσο εύκολα και τόσο ανύποπτα. Με το που το συνειδητοποίησα, ανησύχησα πολύ. Το βράδυ των γενεθλίων μου, λίγο πριν από τα μεσάνυχτα, βγήκα μια σύντομη βόλτα για ένα αυτοσχέδιο «πάρτι» στον δρόμο με δυο φίλους. Διέσχισα την πλατεία Εξαρχείων, η οποία είχε αρκετό νεαρόκοσμο ‒ λόγω περιοχής, το θεώρησα ένδειξη αντίστασης σε αυτό που θεωρούν σύστημα.

 

Επιλέξαμε την Πατησίων, έναν δρόμο που αγαπώ και μου αρέσει να διασχίζω συνήθως τον Αύγουστο, όταν οι περισσότεροι Αθηναίοι λείπουν στις θάλασσες. Και τώρα το ίδιο έρημη ήταν. Περπατήσαμε με τον Μύρωνα κρατώντας απόσταση ενός μέτρου ο ένας από τον άλλον μέχρι την πλατεία Βικτωρίας, όπου δεν υπήρχε η πολυκοσμία που υπάρχει συνήθως τα Σαββατόβραδα. Πάντως, κάποιοι κυκλοφορούσαν, κυρίως ξένοι, αλλά όχι αποκλειστικά. Αναγνωρίσαμε τον ιδιοκτήτη και τους θαμώνες του παρακείμενου καφέ-μπαρ Diva να τη βγάζουν σε ένα παγκάκι. Κατηφορίσαμε μέχρι την Αχαρνών, που είχε περισσότερη κίνηση, μέχρι που καταλήξαμε στην πλατεία Καραϊσκάκη, όπου συναντήσαμε τον Τάσο. Αγόρασαν μια πάστα φράουλα που προμηθεύτηκαν από αλυσίδα ζαχαροπλαστείων, της έβαλαν ένα κεράκι, μου τραγούδησαν το «Να ζήσεις...» και το έσβησα. Ένας άσχετος που μας πλησίασε, θέλοντας να συμμετάσχει στο αυτοσχέδιο γενέθλιο πάρτι, με ανησύχησε λίγο. Σκέφτηκα ότι γίνομαι πολύ αντικοινωνικός, ενώ είμαι ακριβώς το αντίθετο. Στην επιστροφή δεν κυκλοφορούσε ούτε γάτα.


Από τη στιγμή που γύρισα σπίτι ‒θα ήταν γύρω στις 2 το πρωί‒ κλειδώθηκα και έκτοτε δεν έχω βγει. Κυριακή και Δευτέρα πέρασαν με δουλειά, έρευνα και γράψιμο για το μικρό αφιέρωμα στον Λουκίνο Βισκόντι. Και έτσι θα συνεχιστεί, νομίζω, και τις επόμενες εβδομάδες. Ανησυχώ για τα οικονομικά μας. Μου έρχεται στον νου η ιστορία που μου 'λεγε ο πατέρας μου, ότι την πρώτη εβδομάδα στη Μακρόνησο είχε τα λίγα λεφτά που του είχε δώσει η γιαγιά μου και μπορούσε να αγοράσει μπισκότα από μια καντίνα, μέχρι που τέλειωσαν και πέρασε όλο το υπόλοιπο  διάστημα τρώγοντας σάπια κρέατα και σκουληκιασμένες πατάτες. Όσων η επιβίωση εξαρτάται από τη δουλειά, εννοώ κυρίως τους ελεύθερους επαγγελματίες, σε λίγο καιρό θα αντιμετωπίσουμε μεγάλο πρόβλημα. Φαντάζομαι ότι η πλειονότητα θα βρίσκεται στην ίδια θέση. Αν αυτό με παρηγορεί; Για την ώρα, ναι. Αλλά θα υπάρξει λύση; Έκανα, όπως και άλλοι, μεγάλη υπομονή τα 10 χρόνια της κρίσης, κι εκεί που περίμενα κάπως να βελτιωθούν τα πράγματα, πάμε πάλι πίσω στο σημείο μηδέν. Μόνο που την περίοδο της κρίσης η ζωή συνεχιζόταν. Τώρα ο χρόνος έχει παγώσει.


Τις επόμενες ημέρες θα πρέπει να βγω να αγοράσω είδη πρώτης ανάγκης, όπως φάρμακα. Ίσως περπατήσω και πάλι στην Πατησίων για να ανακαλύψω και να φωτογραφίσω κρυμμένες ομορφιές και ξεχασμένες οικοδομές της Αθήνας. Ανεύθυνο; Ξέρω ότι μόνο ανεύθυνος δεν είμαι, ότι δεν πρόκειται να πλησιάσω κανέναν, ότι θα κάνω αυτό που ξέρω να κάνω καλά, να παρατηρώ και να καταγράφω τους ανθρώπους και τις διαδρομές τους. Αυτοί είναι η ιστορία της πόλης και της χώρας. Ακόμα και όταν σημειώνονται απώλειες. Κι αν πείσω τον εαυτό μου, θα τακτοποιήσω το αρχείο μου, που όλο λέω να το κάνω, αλλά το αναβάλλω εδώ και 10 χρόνια.