ΚΑΙ ΝΑ ΠΟΥ ΞΑΦΝΙΚΑ Η ΕΛΛΑΔΑ ‒ναι, αυτό το προσφάτως χρεοκοπημένο και πανταχόθεν κατασυκοφαντημένο κράτος‒ αποδεικνύεται ασφαλέστερη χώρα απέναντι στην πανδημία που ενέσκηψε παγκοσμίως, τουλάχιστον σε σχέση με άλλες μεγάλες ευρωπαϊκές χώρες, ίσως μάλιστα και από τις περισσότερες της ηπείρου. Είναι, πραγματικά, πολύ εντυπωσιακό. Στη χώρα της λεγόμενης φαιδράς πορτοκαλέας παίρνονται μέτρα με ένα πολύ γρήγορο και (ελπίζουμε) αποτελεσματικό τρόπο, ενώ υιοθετούνται δύσκολες (πολιτικά, κοινωνικά και οικονομικά) αποφάσεις που άλλοτε θα αποτελούσαν σημείο τεράστιας αντιπαράθεσης στην κοινωνία μας και το πολιτικό μας σύστημα. Ειδικά το πολιτικό σύστημα ‒από κοινού συμπολίτευση και αντιπολίτευση‒ λειτουργεί στο σύνολό του με μεγάλη υπευθυνότητα, ενώ η πολιτεία έφθασε να κλείσει μέχρι και τις εκκλησίες, παρά τη μερική απροθυμία της Ιεράς Συνόδου. Το έπραξε, μάλιστα, με υψηλό βαθμό ενσυναίσθησης και χωρίς να προκαλέσει το κοινό αίσθημα και ίσως γι' αυτό ουδείς διαμαρτυρήθηκε. Αντιθέτως, ήταν κυρίως οι φιλελεύθερες φωνές (αποδείχτηκε μάλιστα, ω του θαύματος, ότι υπάρχουν πλέον πολλές τέτοιες στη χώρα) εκείνες που είχαν εξεγερθεί το προηγούμενο διάστημα, όσο το κράτος έδειχνε να είναι διστακτικό απέναντι στην ξεροκεφαλιά των ιεραρχών μας. Ομολογουμένως, ασύλληπτα πράγματα μέχρι προχθές. Οι περισσότεροι, φαντάζομαι, θα ισχυρίζονταν ότι ο φόβος φυλάει τα έρημα και ότι μπροστά στην απειλή του αφανισμού ακόμα και οι θεοί πείθονται. Αλλά ειδικά για την περίπτωση της Ελλάδας, δεν είναι μόνο αυτός ο λόγος της πρωτοφανούς και κυρίως έγκαιρης κινητοποίησής μας. Οι λόγοι είναι περισσότεροι και βαθύτεροι.

 

Η κρίση αυτή κρύβει μια ευκαιρία από εκείνες που η ελληνική κοινωνία δεν αξιοποίησε την προηγούμενη δεκαετία του διχασμού. Είναι η ευκαιρία της να ξαναγίνει «κοινωνία», δηλαδή να γίνει κοινωνικά πιο υπεύθυνη.


Ο πρώτος είναι, φυσικά, πολιτικός. Ασχέτως των πολιτικών προτιμήσεων του καθενός, δύσκολα μπορεί κανείς να αρνηθεί ότι η χώρα διαθέτει μια κυβέρνηση που διαχειρίζεται τις κρίσεις καλύτερα απ' ό,τι οι προκάτοχοί της. Ας θυμηθούμε, δε, ότι αυτήν τη στιγμή η απειλή δεν είναι μόνο μέσα μας (ένας ιός) αλλά και έξω μας, δηλαδή η Τουρκία και το ερντογανικό καθεστώς. Με άλλα λόγια, ένα αυταρχικό καθεστώς που διεξάγει εναντίον μας έναν υβριδικό πόλεμο, χρησιμοποιώντας κυνικά και απάνθρωπα κατατρεγμένους μετανάστες για να αποσταθεροποιήσει το ελληνικό κράτος αλλά και την Ε.Ε. γενικότερα. Κι όμως, η ετοιμότητα που έχει δείξει η κυβέρνηση ως προς αυτό ‒μια κρίση που απαιτεί εξαιρετικά λεπτή διαχείριση, διότι η επίθεση δεν διεξάγεται με τους παραδοσιακούς όρους μιας πολεμικής αναμέτρησης‒ υπήρξε εντυπωσιακή. Όπως, επίσης, δεν μπορεί να μην πιστώσει εθνικά υπεύθυνη στάση και προσωπικά στον αρχηγό της αξιωματικής αντιπολίτευσης, σε πλήρη αντίθεση μάλιστα με τις παραφωνίες εντός του κόμματός του.

 

Αλλά ακόμα κι αν μείνουμε μόνο στη διαχείριση της πανδημίας από την παρούσα κυβέρνηση, δεν μπορούμε παρά να της αναγνωρίσουμε ότι κινήθηκε με αστραπιαίο τρόπο σε όλα όσα άλλα ευρωπαϊκά κράτη μόλις τώρα συνειδητοποιούν (αν το συνειδητοποιούν επαρκώς, κιόλας) ότι πρέπει να πράξουν. Το μυστικό τής μέχρι σήμερα επιτυχίας είναι πρωτίστως η εμπιστοσύνη που δείχνει η πολιτική μας ηγεσία στους ειδικούς και στους επαΐοντες: γιατρούς, επαγγελματίες και στελέχη της υγείας, υπεύθυνους πολιτικής προστασίας κ.ά. Δεν αποφασίζει τίποτα ερήμην τους και χωρίς να τους συμβουλευτεί, ούτε υποτάσσει τη γνώση και την επιστήμη στις μικροπολιτικές αποφάσεις. Αντιθέτως, αντιλαμβάνεται ότι σε μια κατάσταση έκτακτης ανάγκης εκείνος που πρέπει να 'χει τον πρώτο λόγο είναι ο «τεχνικός», όχι ο «πολιτευτής». Αν σε κάτι μας είναι χρήσιμη η πολιτική σε τέτοιες συγκυρίες, είναι κυρίως στο να μπορεί να υπερβαίνει τον εαυτό της, να επιδεικνύει δηλαδή τη βούληση και την πυγμή εκείνη που είναι απαραίτητη όταν πρέπει να λάβεις δυσάρεστες, αλλά αναγκαίες αποφάσεις, παρά το ενδεχόμενο βραχυπρόθεσμο πολιτικό κοστός. Η σύγκριση με την καταστροφική διαχείριση των κρίσεων σε Μάνδρα και Μάτι πριν από 2-3 χρόνια, όπου πρυτάνευσαν η επικοινωνία και η μικροπολιτική αντί της τεχνοκρατικής επάρκειας, είναι, πιστεύω, συντριπτική. Το συμπέρασμα είναι ότι σε έναν κόσμο τέτοιας περιπλοκότητας όπως ο δικός μας, το να εμπιστευόμαστε τον λόγο των ειδικών είναι και το μόνο που διαθέτουμε έτσι κι αλλιώς. Στον Μεσαίωνα, οι επιδημίες του «μαύρου θανάτου» (πανούκλα), που θέριζαν εκατομμύρια ανθρώπους, αποδίδονταν συνήθως σε μάγισσες, σε Εβραίους ή στον τιμωρό Θεό. Εμείς σήμερα έχουμε την ιατρική, τη βιολογία, τη στατιστική, το μάνατζμεντ και την τεχνολογία για να τις αντιμετωπίσουμε. Κυρίως έχουμε (ελπίζω) τον κοινό νου που ένας φανατικός θρησκόληπτος ή ένας γενικά ιδεοληπτικός εξ ορισμού στερείται.

 

Διότι, αν τελικά υπάρχει για κάτι το κράτος στην πιο πρωτεϊκή μορφή του ‒εκείνη που ο Χομπς συνέλαβε με τη μορφή ενός αποκρουστικού, αλλά τόσο χρήσιμου τέρατος όπως ο Λεβιάθαν‒, είναι για να μας κρατά ασφαλείς και να εγγυάται το πολυτιμότερο αγαθό: τη ζωή και την ακεραιότητά της. Τα υπόλοιπα είναι δευτερεύοντα όταν αυτό τίθεται σε κίνδυνο εξαιτίας της ανεπάρκειας του κράτους. Όλα τα παραπάνω δεν σημαίνουν ασφαλώς ότι ξαφνικά και ως διά μαγείας ο κρατικός μηχανισμός μας ξεπέρασε όλες τις μεγάλες παθογένειές του. Σημαίνει, αντιθέτως, ότι οι κεφαλές του κράτους, έχοντας πλήρη επίγνωση των αδυναμιών αυτών, έσπευσαν να κάνουν όσα χρειάζονταν ακριβώς για να μη γίνουν αυτές οι αδυναμίες η αιτία της καταστροφής μας.

 

Ο άλλος λόγος της όψιμης υπευθυνότητάς μας είναι κοινωνικός. Διότι, εκτός από την πολιτική κοινωνία, υπεύθυνη στάση έχει επιδείξει ως τώρα, σε γενικές γραμμές, και η κοινωνία των πολιτών, αυτή που επίσης θεωρούνταν συχνά ανώριμη, διχαστική, απείθαρχη, ανορθολογική και γενικώς «ανατολίτικη». Τι άλλαξε, αλήθεια; Τούτη τη δύσκολη ώρα που όλα τα ξανασκεφτόμαστε αλλιώς, νομίζω ότι μπορούμε να παραδεχτούμε ότι η τρομερή εμπειρία της δεκαετούς κρίσης, των μεγάλων αποτυχιών μας και των βαθέων διχασμών μας λειτούργησε εν τέλει μάλλον διδακτικά. Έγινε αφορμή για να καταλάβουμε διάφορα σημαντικά πράγματα. Πρώτον, ότι η τυφλή και άκριτη αντίσταση σε οποιαδήποτε «εξουσία» (της εκάστοτε κυβέρνησης, των λογής-λογής ειδικών κ.λπ.) που μας θέτει κάποια στιγμή οποιουσδήποτε περιορισμούς είναι εντελώς ατελέσφορη. Είναι μια στάση, θα έλεγα, εφηβική και γκροτέσκα, άσε που σε βάζει στο τέλος σε πολύ μεγαλύτερους μπελάδες απ' ό,τι όταν υιοθετείς χωρίς περιττές υστερίες κάτι που έτσι κι αλλιώς δεν μπορείς να αποφύγεις. Θέλω να πω ότι, εντελώς ενστικτωδώς (και εδώ βέβαια φάνηκε να λειτουργεί και η γειτονική Ιταλία ως παράδειγμα προς αποφυγή), στο ζήτημα της πανδημίας η ελληνική κοινωνία έκανε, καθαρά εμπειρικά, μια ανάλυση κόστους-οφέλους και κατανόησε ποιο ήταν το μεσοπρόθεσμο συμφέρον της.


Υπάρχει όμως και κάτι ακόμη αξιοσημείωτο. Η κρίση αυτή κρύβει μια ευκαιρία από εκείνες που η ελληνική κοινωνία δεν αξιοποίησε την προηγούμενη δεκαετία του διχασμού. Είναι η ευκαιρία της να ξαναγίνει «κοινωνία», δηλαδή να γίνει κοινωνικά πιο υπεύθυνη. Ακούγεται μάλιστα παράδοξο, τη στιγμή που είμαστε ο καθένας μόνος του στο σπίτι, αποκομμένος από τις διά ζώσης επαφές με τους υπόλοιπους, να ανακύπτει μια τέτοια ευκαιρία επανένωσης και επανασυμφιλίωσης. Κι όμως, η κρίση αυτή είναι η καλύτερη απόδειξη του πόσο εξαρτημένοι είμαστε τελικά ο ένας από τον άλλον, πόσο κρέμεται η ίδια η ύπαρξή μας από τον άλλο και την υπεύθυνη στάση του. Πόσο, επίσης, εξαρτιόμαστε από καλούς κυβερνήτες, καλούς γιατρούς και νοσηλευτές, καλούς δημόσιους υπαλλήλους, καλούς αστυνομικούς, καλούς εργάτες που συνεχίζουν να μοχθούν για να μην καταρρεύσει η εφοδιαστική αλυσίδα της παραγωγής μας, ακόμα και από καλούς ντιλιβεράδες που ρισκάρουν για να φέρουν την παραγγελία σ' εμάς τους ευνοημένους που μένουμε προστατευμένοι στα του οίκου μας. Είμαστε εκείνοι, και είναι εμείς. Ας είναι η μεγαλύτερη παρακαταθήκη τούτης της κρίσης, που, όπως λέει το τραγούδι του Πορτοκάλογλου, θα περάσει κι αυτή, αλλά το ερώτημα είναι τι θα αφήσει πίσω της.