ΑΝΑΒΑΛΛΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΟΝΕΙΡΟΠΟΛΗΣΕΙΣ για ταξίδι στο Βιετνάμ ‒ κάπως έτσι ξεκίνησαν τα πράγματα για εμένα. Κρίμα, αλλά δεν ήταν και το τέλος του κόσμου, σε τόσα άλλα μέρη θα μπορούσαμε να πάμε το Πάσχα. Στη Σικελία δεν έχω πάει ποτέ, για παράδειγμα. Πολύ θα ήθελα να μάθω πόσες δεκάδες cannoli μπορώ να φάω μέσα σε μία ημέρα.


Τη μέρα που ξυπνήσαμε και μάθαμε για την Ιταλία και για τον αριθμό των ανθρώπων που είχαν αρρωστήσει, shit got real. Σχετικά. Δεν είμαι σίγουρη αν σε αυτήν τη φάση είχαμε καταλήξει: κορωνοϊός, κορωναϊός, κορονοϊός, κορρρρρονοϊός. Πάντως, βάλαμε σαπούνι Ντετόλ στις τουαλέτες του γραφείου και για κάποιον λόγο κανείς δεν πλενόταν πια με το άσημο καθαριστικό χεριών που είχε ξεμείνει στη γωνία από πριν. Και όσο διασκέδαζα στο μυαλό μου με την τακτική αυτή των συναδέλφων, τσακ, πατούσα κι εγώ το ντισπένσερ στο σελέμπριτι σαπούνι. Φεύγοντας από το κτίριό μας στη Βουλής με λίγο βήχα-απομεινάρι από μια πρόσφατη γρίπη, έβηχα στον αγκώνα μου κατεβαίνοντας την Ερμού και άνοιγε διακριτικά ο δρόμος μπροστά μου. Γελούσα μέχρι που άκουγα τον απέναντι να βήχει στα δεξιά και, τελείως τυχαία, την ίδια στιγμή στρεφόμουν να κοιτάξω την καταπληκτική βιτρίνα στα αριστερά.

 

Όσο μιλάμε στο τηλέφωνο ακούω από δύο διαφορετικούς πελάτες που εξυπηρετεί εκείνη την ώρα φράσεις του τύπου «άντε καλέ, θα κάτσουμε σπίτι, θα φοβόμαστε;». Ε, και αρχίζω να φοβάμαι...


Και ενώ πολλοί άρχισαν να κατεβάζουν το «Contagion» (να μου λείπει, ευχαριστώ), ξεκίνησε και αυτή η ταλάντευση μεταξύ σοβαρού και αστείου. Συναντήσεις στην τουαλέτα της LiFO και small talk για τα 20 δευτερόλεπτα πλυσίματος των χεριών, εκμυστηρεύσεις τύπου «εγώ κλείνω τη βρύση με χαρτί», στάσεις για έξτρα δόση απολυμαντικού στην είσοδο. Ακόμα δεν ήμασταν 100% σίγουροι για το πώς γράφεται ο ιός. Παράλληλα, ήρθε και το πρώτο κρούσμα στη Θεσσαλονίκη. Σχολιάσαμε τα άδεια ράφια και τη συρροή για μακαρόνια. «Μα, αν πάρεις μακαρόνια, θα τα φας σκέτα; Δεν θες και λίγη παρμεζάνα; Μυζήθρα έστω» από τη μια μεριά του γραφείου. «Με σκορδόλαδο είναι καλή λύση» απάντηση από την άλλη μεριά. Εν μέσω χιούμορ ξεκίνησαν και οι λίστες: παρμεζάνα, σκόρδο, καθαριστικό...


Μιλώντας με την αδερφή μου στο τηλέφωνο, συμφωνήσαμε ότι δεν είναι παράλογο να έχεις ένα μετριοπαθές απόθεμα δύο εβδομάδων. Έτσι, για μία βδομάδα περίπου, κάθε φορά που πήγαινα σούπερ μάρκετ, έπαιρνα και από λίγα έξτρα πράγματα ‒δύο επιπλέον πακέτα μακαρόνια, λίγα παραπάνω κρεμμύδια, ένα χαρτί υγείας μπαλαντέρ‒, θεωρώντας πως με αυτόν τον τρόπο και προνοώ και αποφεύγω να χαρακτηριστώ υπερβολική από τον φίλο μου στο σπίτι.

 

Σε ραντεβού με φίλη μου στην Πραξιτέλους κανείς δεν φαινόταν ανήσυχος. Είχε ήλιο, είχαμε περπατήσει στο κέντρο και καθίσαμε για τσάι στο γεμάτο μαγαζί. Πλύναμε τα χέρια μας και παραγγείλαμε τσάι. Όλα ήταν φυσιολογικά, εκτός από το γλυκό που μοιραστήκαμε. Η καθεμία με το πιρούνι της έτρωγε αποκλειστικά απ' τη μεριά της για να καταλήξουμε να έχουμε ένα γελοίο σινικό τείχος από κέικ μπλούμπερι-λεμόνι. Με τον κόσμο να πληθαίνει όλο και περισσότερο στο καφέ, φάγαμε και το τείχος, μιλώντας για τις νέες δυστοπίες.

 

Τις επόμενες μέρες ο πρωθυπουργός έκανε χαμογελαστός fist bump με τον αντιπρόεδρο της Ευρωπαϊκής Τράπεζας Επενδύσεων για τα εκατομμύρια για τους πρόσφυγες και τους μετανάστες, είδαμε εκείνο το ζοφερό βίντεο από τη Λέσβο, στο Μοναστηράκι ένας άστεγος καθάριζε με σκούπα γύρω από τα πράγματά του στην άκρη του πεζοδρομίου.


Connoisseurs αντισηπτικών αναδύονταν επίσης καθημερινά. Το ένα είναι πιο απαλό για τα χέρια, ενώ το άλλο μυρίζει τέλεια ή θυμίζει Paco Rabanne. Η μητέρα μου με ενημέρωσε ότι μου έχει κρατήσει μία σακούλα (από τα καλά) αλλά και πως ο κόσμος στο χωριό μου πάει καρφί στις εκκλησίες σαν να μη συμβαίνει τίποτα. Ο ίδιος κόσμος την επισκέπτεται μετά στο μίνι μάρκετ της και δεν φαίνεται να κατανοεί την κατάσταση. Όσο μιλάμε στο τηλέφωνο ακούω από δύο διαφορετικούς πελάτες που εξυπηρετεί εκείνη την ώρα φράσεις του τύπου «άντε καλέ, θα κάτσουμε σπίτι, θα φοβόμαστε;». Ε, και αρχίζω να φοβάμαι... Τη μέρα που έκλεισαν τα εστιατόρια και τα καφέ και πάλι η μητέρα μου με ενημέρωσε για τις εξελίξεις στο χωριό. Οι ηλικιωμένοι που βρήκαν κλειστό το καφενείο το πρωί αποφάσισαν να βάλουν δικό τους τραπέζι με τάβλι στην πλατεία και να μαζευτούν τριγύρω, παρακολουθώντας το παιχνίδι.


Σε μια έκθεση την Πέμπτη νιώθω έντονα ότι πρόκειται για ένα από τα τελευταία κοινωνικά μαζέματα που θα έχουμε για λίγο καιρό(;). Κάνω μια χειραψία όταν μου τείνουν το χέρι, με αποφεύγουν με σκέρτσο σε άλλη μία, χαιρετιέμαι αυθόρμητα τσουγκρίζοντας μύτες παπουτσιών με έναν γνωστό μου. Σκέφτομαι να αφηγηθώ στην παρέα για την κυρία που είχε φτιάξει «μάσκα» από λαδόκολλα, λαστιχάκια και συρραπτικό για να ελαφρύνω το κλίμα. Καλή ιδέα. Με τρόμο συνειδητοποιώ ότι ταυτόχρονα πιάνω με άπλυτα χέρια το κρουασανάκι που μου έχουν προσφέρει.


Αυτή ήταν και η τελευταία μέρα που πήγαμε στο γραφείο. Αφότου αποφασίσαμε να δουλεύουμε από το σπίτι δεν έχω βγει σχεδόν καθόλου, με εξαίρεση το σούπερ μάρκετ. Αφού αμφιταλαντεύτηκα αρκετά, πήγα και για μια άσχετη εξέταση σε διαγνωστικό κέντρο. Στην αίθουσα αναμονής με τους καθρέφτες και έναν τελείως ανάρμοστο για τον χώρο τεράστιο πολυέλαιο με πλαστικά κρυσταλλάκια είμαστε λιγοστοί. Κάποιος βήχει στιγμιαία και η ένταση γύρω από αυτήν τη πράξη είναι σχεδόν αστεία. «Τα αποτελέσματα τα δίνουμε σε CD» μου λένε και ο σουρεαλισμός συνεχίζεται, καθώς, όσο περιμένω για το CD και αποφεύγω να καθίσω στους δερμάτινους καναπέδες ή κοντά στο γκισέ ή κοντά στην πόρτα (να αιωρηθώ;), οι τηλεοράσεις παίζουν μεσημεριανάδικα. «Δύο βδομαδούλες είναι, θα περάσουν» λέει η Ναταλία Γερμανού. Ναταλία μου, δεν θέλω να σε κακοκαρδίσω, αλλά νομίζω ότι θα είναι παραπάνω, σκέφτομαι ενώ περνάμε στο πρώτο μας θέμα: «κορωνοϊός και διάσημοι».


Γυρνώντας σπίτι, ακολουθώ στο Instagram τον Quentin Quarantino. Μετά από λίγο θολώνω το τζάμι γέρνοντας πάνω σαν σε βιντεοκλίπ των '90s. Γράφω σε είδηση για τη LiFO για τον κόσμο που «συρρέει μαζικά στα σούπερ μάρκετ λόγω του κορωνοϊού, αδειάζοντας τα ράφια» και για λίγο περνάω αυτό το άρρωστο high του ιστορικού γεγονότος.


Αργότερα μέσα στη μέρα με παίρνει τηλέφωνο η γιαγιά μου, η οποία σε φυσιολογικές μέρες βρίσκει πάντα αφορμή να κλαφτεί όταν μιλάμε. Μου λέει συγκρατημένη ότι εκείνη δεν βγαίνει. Να, μέχρι την πόρτα. Και ότι με πήρε να μου πει να προσέχω την αδερφή μου που είναι μικρότερη.