ΠΩΣ ΤΗΝ ΠΑΛΕΥΕΙ ΚΑΝΕΙΣ
  στην υποχρεωτική απομόνωση; Ποικιλοτρόπως και ανάλογα με τους ψυχικούς πόρους που μπορεί να επιστρατεύσει σε αυτήν τη δύσκολη και αχαρτογράφητη πίστα, είναι η ψύχραιμη απάντηση. Στην πράξη, όμως, είναι αρκετά πιο σύνθετο το θέμα. Δεν είναι και το τέλος του κόσμου, βρε αδερφέ, να κάτσεις σπίτι σου για λίγο καιρό, έτσι; «Κι αν είναι όμως;» σου λέει η δικαιωμένη ξαφνικά φωνή της εσχατολογικής παράνοιας στο μυαλό σου. Μην την ακούς, δεν έχει νόημα. Το ζήτημα είναι ότι ακόμα κι αν δεν πρόκειται για το τέλος (του κόσμου όπως τον αντιλαμβανόμαστε), περιφέρεται ύπουλα στην ατμόσφαιρα μια αίσθηση τέλους ενός κύκλου επεισοδίων έστω, αν όχι μιας ολόκληρης σειράς.

 

Υπομονή και θα δούμε, ακόμα είμαστε στην αρχή πάντως και σίγουρα όχι στο τέλος αυτής της κατάστασης συναγερμού και την αντιμετωπίζουμε κλεισμένοι στον ιδιωτικό μας χώρο, που τον προσέχουμε τώρα πιο πολύ από ποτέ, και για να διατηρούμε όσο γίνεται πιο ιδανικές συνθήκες καθαριότητας και υγιεινής αλλά και για να μην έχουμε την αίσθηση ότι είναι έτοιμος να μας επιτεθεί τώρα που μας βρήκε μπόσικους στον υποχρεωτικό ιδρυματισμό μας (ξέρω τι λέω, έχω εμπειρία τόσο στις ανέσεις όσο και στις φρίκες του οικόσιτου βίου).      

 

Ας μη σαλτάρουμε στο Ίντερνετ όπως σάλταραν οι Ιταλοί: #StayTheFuckHome, ναι, σαφώς, αλλά και λίγο #ShutTheFuckUp βοηθάει επίσης, ειδικά σε σχέση με αυτά που ακούμε και διαβάζουμε στα social media.

 

Προσωπικά, ως εργαζόμενος από το σπίτι κυρίως και πριν από την πανδημία (ο χρόνος και η ζωή μας σηματοδοτούνται ήδη από το «πριν» και το «μετά» του κορωνοϊού), ανήκω στις περιπτώσεις «τι είχες Γιάννη, τι είχα πάντα» και οι αλλαγές στην καθημερινότητά μου είναι ελάχιστες στην πραγματικότητα. Από την άλλη, όλα είναι διαφορετικά και για μένα και για όλους από τη στιγμή που ενέσκηψε πάνω μας αυτό το μαύρο σύννεφο.

 

Το βέβαιο –και ένα από τα θετικά της σκοτεινής αυτής υπόθεσης– είναι ότι υπό αυτές τις συνθήκες εγκλεισμού και περίσκεψης θα πέσει μπόλικη συνειδητοποίηση: πολιτική, οικολογική, συναισθηματική, ιδεολογική. Κάποιοι κάνουν ήδη λόγο –όσο ανάλγητο κι αν ακούγεται– για τον «ιό της αλήθειας». Εννοείται ότι κάθε ιδεολογική/εργαλειακή μεταφορά της επιδημίας θέλει προσοχή και ρέγουλο, δεν μπορεί όμως κανείς να αρνηθεί ότι ο νέος αυτός κορωνοϊός λειτουργεί κατά έναν τρόπο και ως παράγοντας αιφνίδιας συνειδητοποίησης και νηφαλιότητας που σε συνεφέρει από πάσης φύσεως δόγματα, ψευδαισθήσεις και βεβαιότητες.    

 

Συνειδητοποιούμε λόγου χάρη –όπως απεικονίστηκε γλαφυρά και σε μια προχθεσινή γελοιογραφία του «New Yorker» που δείχνει έναν αναγκαστικά εργαζόμενο στο σπίτι να συνειδητοποιεί ξαφνικά με δέος πόσα meetings θα μπορούσαν να έχουν αποφευχθεί με μια απλή ανταλλαγή emails– ότι πολλές δουλειές όχι μόνο μπορούν να γίνουν άνετα από κάθε σπίτι με σύνδεση στο Ίντερνετ, αλλά γλιτώνει κανείς έτσι και από την αλύπητη μάστιγα των ατέρμονων συσκέψεων που βασανίζουν άδικα τους εργαζομένους πάσης κλίμακας και βαθμίδας ανά τον πλανήτη.

 

Όσο περνάνε οι μέρες και αποσύρεται το πρώτο παραλυτικό μούδιασμα, επιτρέποντας κάποιες μακροπρόθεσμες προβολές, συνειδητοποιεί κανείς, ακόμα κι αν θεωρητικά δεν κινδυνεύει άμεσα η δική του μισθοδοσία, πόσο απειλητικό είναι το φάσμα της επισφάλειας και πόσο ρευστά και κρεμάμενα από μια κλωστή είναι τα πάντα και κυρίως αυτά που θεωρούμε δεδομένα σε μεγάλο βαθμό: η δημόσια περίθαλψη, οι «αντοχές της αγοράς», οι εφεδρείες του συστήματος. Έγινε απόλυτα συνειδητή, επίσης, στη χώρα μας, ακόμα και σε όσους έτρεφαν αυταπάτες, η βαθιά σκοτεινή και μαφιόζικη υπόσταση της επίσημης Εκκλησίας που βρήκε «ευκαιρία στην κρίση» να εκβιάσει την πολιτεία και να χειραγωγήσει τους φανατικούς οπαδούς της σέχτας που εκπροσωπεί, ανοιχτά πλέον και χωρίς καμιά συστολή.

 

Ο μπούσουλας και ο τρόμος μας συγχρόνως αυτές τις μέρες είναι η γειτονική Ιταλία που βρίσκεται δυο-τρεις φριχτές πίστες μπροστά από εμάς στη διαχείριση του κακού. Διαβάζοντας κανείς αυτές τις μέρες τις πολυάριθμες μαρτυρίες από τη ζωή σε συνθήκες αποκλεισμού, που κάθε βράδυ σκιάζεται από τον ημερήσιο απολογισμό νέων θυμάτων και από ένα νούμερο που πέφτει βαρύ σαν μολύβι στην οθόνη της καθημερινότητας, διαπιστώνει πόσο έχουν εξαντληθεί οι Ιταλοί τόσο από τη μονότονα δυσοίωνη ροή της επικαιρότητας όσο και από την τοξική υφή των social media.

 

Είναι τέτοια η βαθιά φύση αυτών των μέσων, που ακόμα και σε τόσο έκτακτες περιστάσεις σαν αυτή, που θεωρητικά θα μπορούσαν να αποτελούν ευλογία και βάλσαμο και πεδίο πραγματικής διασύνδεσης των ανθρώπων στην ώρα της ανάγκης τους, μια αληθινή κοινότητα, όπως συχνά ευαγγελίζονται οι πάροχοί τους, εξισορροπούνται άπαντα τα θετικά από μια θορυβώδη λιτανεία έντονων απόψεων, αλύγιστης ατζέντας, καταγγελίας, επικριτικού οίστρου, παραπληροφόρησης. Είμαστε ακόμα σε πρώιμο στάδιο, δεν πρέπει να καίμε τζάμπα αντοχές που θα χρειαστούν ενδεχομένως (ότ)αν ζορίσουν κι άλλο τα πράγματα.    

 

Ας το έχουμε υπόψη μας λίγο αυτό, διότι αυτά τα μέσα λειτουργούν για τους περισσότερους χρήστες ως καταφύγιο αλλά και ως ένα πεδίο αντιπερισπασμού μάλλον παρά ως πηγή ενημέρωσης ή στρατευμένης καθοδήγησης. Ήδη υπάρχουν έντονα δείγματα άναρθρων κραυγών και εκτελεστικών αποσπασμάτων του πληκτρολογίου που με συνοπτικές διαδικασίες ζητάνε, φέρ’ ειπείν, το κεφάλι κάποιου που συνελήφθη σε φωτογραφία να έχει βγει από το σπίτι του για να πάρει λίγο αέρα, ουρλιάζοντας με κεφαλαία γράμματα «εγκληματίες!» κάτω από την εικόνα.

 

#StayTheFuckHome, ναι, σαφώς και για όσο χρειαστεί, αλλά και λίγο #ShutTheFuckUp δεν θα έβλαπτε νομίζω στην τρέχουσα κατάσταση. Δεν χρειάζεται να σαλτάρουμε πριν την ώρα μας ούτε να αναλωθούμε σε δηλητηριώδεις αψιμαχίες, εγκαλώντας ο ένας τον άλλον για έλλειψη κοινωνικής ευθύνης. Έχω ανάγκη να «προαυλιστώ» για λίγο με πάσα δυνατή προφύλαξη και κατά κανόνα σε συνδυασμό με αναζήτηση ειδών πρώτης ανάγκης – δεν χρειάζεται να συσταθεί το στρατοδικείο του Facebook για την περίπτωσή μου.   

 

Ομολογώ ότι πήγα και μια επιπόλαιη βόλτα «πολυτελείας» στον κοντινό λόφο του Λυκαβηττού και είδα μετά από χρόνια και έναν παλιό γνωστό που άλλαζε πασίτσες με τον μικρό γιο του σ’ ένα ξέφωτο έξω από το ρημαγμένο θέατρο, και σίγουρα αυτή η μικρή εκδρομή ήταν το highlight αυτών των ημερών.

 

Όποτε βγαίνω έξω βλέπω και τα παιδιά που δουλεύουν στο Everest της γωνίας, κάθε μέρα εμφανώς και πιο κλονισμένα, παρότι η δουλειά είναι λιγότερη, σαν να τα έχουν παρατήσει κάποιοι έκθετα και χωρίς σαφείς οδηγίες στον περίβολο της πανδημίας. Υποθέτω ότι κάπως έτσι νιώθουν και όλοι όσοι δεν έχουν την πολυτέλεια να εργάζονται από το σπίτι και να δυσανασχετούν από τον καταναγκαστικό εγκλεισμό και τον περιορισμό των ψυχαγωγικών επιλογών που τους προσφέρει το πρόγραμμα του Netflix.

 

Εν ολίγοις, ας μη χάνουμε την ψυχραιμία μας και τα λογικά μας, σχετικά διαχειρίσιμη είναι ακόμα η κατάσταση, τοίχο-τοίχο θα πάει η δουλειά και μετά βλέπουμε. Αν υπάρχει κάτι που με ταράζει είναι εκείνη η παραπλανητική μικρο-στιγμή (που, όσο διαρκεί, μοιάζει μεγάλη) κάθε πρωί που ξυπνάω μετά από όνειρα που δεν περιλαμβάνουν τον ιό στην αφηρημένη πλοκή τους και για λίγο έχω ξεχάσει τι συμβαίνει και τι ζούμε. Τουλάχιστον, όμως, το ζούμε όλοι μαζί και αυτό είναι κάτι. Θα μας μείνουν διάφορα κουσούρια όταν (σκέτο, ας αφήσουμε το αν και το εφόσον) τελειώσει αυτή η δοκιμασία, ας μείνει έστω αυτή η αίσθηση της κατά μόνας συλλογικότητας, όσο οξύμωρο κι αν ακούγεται.