ΧΡΟΝΟΣ ΝΑ ΠΡΟΕΤΟΙΜΑΣΤΕΙΣ
γι’ αυτό το θηριώδες κύμα που μούσκεψε μέχρι το κόκαλο κάθε μας βεβαιότητα δεν υπάρχει. Πρώτα η νόσος και μετά το σύμπτωμα. Πρώτα λες αχ και μετά πονάς. Κοιτώντας για έκτη μέρα τους γύψους στο ταβάνι προσπαθώ να δημιουργήσω τη δική μου χρονοκάψουλα, να ορίσω την ακριβή ημερομηνία αναχώρησης και επιστροφής, έστω κι αν στην πορεία το Κέντρο Ελέγχου δώσει εντολή να συνεχίσω αυτή την εξερεύνηση σε άγνωστες δυνατότητες επ’ αόριστον. Την ίδια χρονοκάψουλα είχαν φτιάξει με το τίποτα κι άλλοι, πριν από μένα. Οι εγκλωβισμένοι στο σφαγείο της Δρέσδης, για παράδειγμα, ή οι αποκλεισμένοι στη μάχη της Μόσχας. Κι αυτοί με ό,τι μπορούσαν γέμιζαν το νοητό ντεπόζιτο. Άλλος με μια φωτογραφία στην τσέπη, άλλος μ’ ένα νανούρισμα από τα βάθη της παιδικής ηλικίας. Άλλος με τον Βούδα, άλλος με τον Κούδα. Σε τέτοια έκτακτα και κρίσιμα σημασία έχει να κρατιέσαι. Τίποτα δεν είναι περιττό, αρκεί να γίνει αναλώσιμο, να πιάσουν τόπο οι εργατοώρες που ξοδεύτηκαν όταν έξω είχε λιακάδα και σιγουριές. Τώρα θα τσεκαριστεί η χρησιμότητα της ποίησης του Έκτορα Κακναβάτου και τα υπογλώσσια του Διονυσίου Σολωμού. Σ’ αυτή την καραντίνα θα φανεί πόσα απίδια πιάνει ο σάκος του Καντ και πόσα του Ρουσσώ. Τώρα και όχι μετά θα σου πιάσει το χέρι ο Σαίξπηρ και θα σε νανουρίσει ο Φελλίνι. Τώρα είναι η ώρα του Γιάννη Βαλαώρα. Δεν είναι εύκολο, αλλά ποτέ τίποτε δεν ήταν εύκολο σ’ αυτόν τον πλανήτη.

 

Και εγώ και ο πατέρας των παιδιών μου ανήκουμε στις ευπαθείς ομάδες ‒ ο καθείς και η χρόνια νόσος του. Υπάρχουν στιγμές που μας πιάνει folie à deux, αλλά γρήγορα χώνεται ο καθένας στη χρονοκάψουλά του και επιστρέφουμε ήρεμοι και σταθεροί. Θα ζήσουμε εικοσιτετράωρα επί εικοσιτετραώρων σ' αυτά τα φιλόξενα τετραγωνικά και πρέπει να λυγίζουμε ελάχιστα και πάντα εναλλάξ. Το ταγκό του φόβου δεν είναι για δύο σ' αυτό το ντάνσινγκ χωλ. Ένας ένας και με βάρδιες.

 

Ειδήσεις ακούω και διαβάζω. Χωρίς πανικό, με μια δημοσιοϋπαλληλική ψυχρότητα διεκπεραίωσης εγγράφων. Ο γιος μου διατηρεί την υπέροχη σαχλότητα της εφηβείας του και τον ευγνωμονώ γι’ αυτό. Με τραβάει ν’ ακούσω Έμινεμ ‒«που ’ναι και της γενιάς σου, ρε μάνα‒ και χαζογυμνάζεται με κάτι αρχαία βαράκια που είχα αγοράσει απ’ το τηλεμάρκετινγκ επί πρωθυπουργίας Ανδρέα Παπανδρέου στα ντουζένια του. Η μικρή ψιλοφοβάται, θέλει αγκαλιές και μιλάει με τις ώρες με τον κύριο Λαγόπουλο. Ο κύριος Λαγόπουλος είναι ο φανταστικός της κολλητός, ένας λαγός σούπερ σταρ – τραγουδιστής λαγοόπερας και πρωθυπουργός και πρόεδρος της Λαγικής Δημοκρατίας και ήρωας του μεγάλου Λαγοκουνελικού Πολέμου. Ως δραπέτης λαγός σε καπέλο ενός εκμεταλλευτή μάγου χτύπησε πριν από κάτι χρόνια την πόρτα του σπιτιού μας, ζητώντας βοήθεια, και έκτοτε μας κατσικώθηκε. Ο κύριος Λαγόπουλος μας έχει σώσει σε πολλά δύσκολα και επιβεβαιώνει την ιδιότητά του ως ισότιμου πέμπτου μέλους. Η μικρή κάθε πρωί μάς μεταφέρει έγκυρη ενημέρωση – «ο Λαγόπουλος είπε ότι όλα θα πάνε καλά, να μη φοβόμαστε, οι λαγογιατροί θα βρούνε γρήγορα το εμβόλιο». Δεν έχουμε κανέναν λόγο να την αμφισβητήσουμε.

 

Και εγώ και ο πατέρας των παιδιών μου ανήκουμε στις ευπαθείς ομάδες ‒ ο καθείς και η χρόνια νόσος του. Υπάρχουν στιγμές που μας πιάνει folie à deux, αλλά γρήγορα χώνεται ο καθένας στη χρονοκάψουλά του και επιστρέφουμε ήρεμοι και σταθεροί. Θα ζήσουμε εικοσιτετράωρα επί εικοσιτετραώρων σ’ αυτά τα φιλόξενα τετραγωνικά και πρέπει να λυγίζουμε ελάχιστα και πάντα εναλλάξ. Το ταγκό του φόβου δεν είναι για δύο σ’ αυτό το ντάνσινγκ χωλ. Ένας ένας και με βάρδιες.

 

Σκέφτομαι τους αγαπημένους που δεν ζούνε κοντά μου. Κάποιοι απ’ αυτούς προστατευμένοι, κάποιοι όχι. Ο μπαμπάς μου πρόλαβε κι έφυγε αξιοπρεπώς – δεν ξέρω πώς θα μπορούσα να διαχειριστώ την επιβαρυμένη υγεία του (με την άνοια να τα κάνει όλα πιο δύσκολα) κάτω απ’ αυτές τις ακραίες συνθήκες. Σκέφτομαι αυτούς που στοκάρουν ανελέητα τρόφιμα, όταν άλλοι δεν έχουν ένα πιάτο φαΐ. Σκέφτομαι εμένα που έχω ένα κεραμίδι στο κεφάλι μου κι αυτούς που ζουν στον δρόμο. Σκέφτομαι αυτούς που αναζητάνε απεγνωσμένα βοήθεια κι αυτούς που αναζητάνε απεγνωσμένα πέντε λεπτά δημοσιότητας. Σκέφτομαι τους γιατρούς, τους νοσηλευτές, τα κορίτσια στα ταμεία των σούπερ μάρκετ. Σκέφτομαι κι αυτούς που ακόμα δεν κατάλαβαν τίποτα και ονειρεύονται ρωμαϊκές αρένες με πεινασμένα λιοντάρια και Νεομάρτυρες της Μεταλήψεως. 

 

Όταν ακούω τους αποπάνω να σκυλοβρίζονται, όπως έκαναν κάθε μέρα, όταν βλέπω απ’ το μπαλκόνι τη γιαγιά να ταΐζει το Γιορκσάιρ κροκέτες στο στόμα, όταν οι φίλοι παίρνουν τηλέφωνο για να τσεκάρουν μήπως χρειάζομαι τίποτε, όταν διαβάζω ξανά και ξανά τον «Λάμπρο» και ξαναβλέπω τον Κόντε με την μπέρτα του στον καναπέ, όταν μαγειρεύω γιουβαρλάκια αυγολέμονο με μπόλικο ρύζι –να φτουρήσουν‒, όταν πλένω τα πιάτα και τις κατσαρόλες, όταν βάζω πλυντήριο, όταν ουρλιάζω στα μικρά να ξεκολλήσουν απ’ το τάμπλετ και μετά το μετανιώνω, όταν περνάνε οι διαφημίσεις για λιποαναρρόφηση και κρυολιπόλυση σαν λούπα, όταν θυμάμαι φιλιά κι αυτά απλώνονται στον πάγκο της κουζίνας και δεν ξέρω πού να τα πρωτοκρύψω, όταν η άνοιξη εισβάλλει χωρίς να μας ζητήσει την άδεια, όταν αυτά κι άλλα τόσα, φοβάμαι λιγότερο.

 

Όταν περάσει κι αυτό, όταν γλιτώσουμε το σαρκίο μας, την αξιοπρέπειά μας, τον ανθρωπισμό μας, ίσως να καταλάβουμε τι άξιζε και τι ήταν για πέταμα. Ίσως να πάρουμε χαμπάρι ότι είχαμε πάρει τη ζωή μας λάθος.

 

Κι ίσως αλλάξουμε ζωή.