Η ΑΦΟΡΜΗ ΕΙΝΑΙ ΤΑ ΑΔΕΣΠΟΤΑ της Αθήνας και το ταξίδι που προκύπτει πραγματοποιείται σε μια Αθήνα που σπανίως μας αποκαλύπτεται, όχι μονάχα στο σινεμά αλλά και στην ίδια τη ζωή. Η ταινία της Αγγελικής Αντωνίου «Οι Άγνωστοι Αθηναίοι» παρακολουθεί τη ζωή των σκύλων στο κέντρο Αθήνας επί 6 χρόνια και τη σχέση τους με τους ανθρώπους και τον χώρο γύρω τους.

 

Επειδή όμως η Αντωνίου είναι μια σκηνοθέτις που έχει αποδείξει το διαμέτρημά της και στο σινεμά μυθοπλασίας (οι «Χαμένες Νύχτες» είναι, δίχως αμφιβολία, μία από τις καλύτερες ελληνικές ταινίες των '90s και είναι κρίμα που δεν έχει βρει ακόμα το κοινό της), αναδεικνύει μέσα από τις εικόνες της ένα αφήγημα που δεν καταφεύγει ποτέ στην επίκληση του φιλοζωικού συναισθήματος. Οι «Άγνωστοι Αθηναίοι» είναι ντοκιμαντέρ όσο και road movie, μια δραματική ταινία τεκμηρίωσης αλλά και μια ματιά στο αστικό περιβάλλον που δεν συναντάμε συχνά στο ελληνικό σινεμά.

 

 

— Πώς είστε αυτές τις μέρες;

Καλά, αν και κάπως υποφέρω από τη ζέστη. Τώρα όμως που ζεσταίνομαι σκέφτομαι πως θα μπορούσα να είμαι και χειρότερα – σκέψου να είσαι αδέσποτο.

 

— Δεν ξέρω πολλούς που να μην έχουν αισθανθεί αδέσποτοι, έστω και για μία στιγμή.

Α, κι εγώ έχω υπάρξει αδέσποτη! Όλοι είμαστε αδέσποτοι, όλοι μας το έχουμε νιώσει, πολλές φορές. Αυτό σημαίνει να είσαι μετέωρος.

 

Καθώς έστηνα την ταινία και χώριζα τις τοποθεσίες, το ρεπεράζ που λέμε, ανακάλυψα πως κάθε σκυλί έχει την προσωπικότητά του, και ανάλογα με αυτήν διαλέγει την περιοχή του.

 

— Πώς αποφασίσατε να καταπιαστείτε με το ζήτημα των αδέσποτων σκυλιών;

Εκείνη την εποχή προετοίμαζα την «Πράσινη Θάλασσα», ταινία βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο της Ευγενίας Φακίνου. Η ταινία είχε εγκριθεί, είχε «περάσει» από την ΕΡΤ, ετοιμαζόμασταν να καταθέσουμε τα πάντα και ξαφνικά κλείνει η ΕΡΤ, γίνεται ΝΕΡΙΤ, πάνε οι δεσμεύσεις, μας εγκατέλειψε και ο παραγωγός, πάνε όλα. Έμεινε μετέωρη η ταινία μου, έμεινα μετέωρη κι εγώ η ίδια. Προσωπικά, ήμουν σε περίεργη φάση, αισθανόμουν αδέσποτη μέσα μου. Ξέρεις, αυτό το συναίσθημα του να χάνεσαι μέσα στην πόλη, ενώ δεν είσαι, ας πούμε, τακτοποιημένος με τον εαυτό σου. Ε, και κάποια στιγμή περπατούσα στην Ερμού και είδα έναν άνθρωπο να κατεβαίνει από μια μοτοσικλέτα. Τη στιγμή που κατέβηκε, πέντε με έξι αδέσποτα όρμησαν με χαρά καταπάνω του. Άλλα τον φιλούσαν, άλλα πηδούσαν από χαρά, σε άλλα έδινε ξηρά τροφή, σε άλλα κανονική. Τα 'χασα. Έπιασα τότε την πρώτη κουβέντα μαζί του και εκεί έγινε το πρώτο «κλικ». Εκεί έμαθα, έκπληκτη, πως αυτά τα σκυλιά τα παράτησαν στον δρόμο άνθρωποι που τα είχαν στα σπίτια τους. Και με τα χρόνια έγιναν σήμα κατατεθέν της Αθήνας.

 

— Ποια ήταν η σχέση σας με τα αδέσποτα πριν;

Περνούσα δίπλα τους και νόμιζα πως τα έβλεπα, αλλά στην πραγματικότητα δεν τα έβλεπα. Σκεφτόμουν «λες να μου ορμήσουν;», τα έβλεπα βρόμικα και επικίνδυνα. Δεν γνώριζα τι συμβαίνει, φοβόμουν τη λύσσα, αλλά δεν ήξερα πως όλα ήταν εμβολιασμένα. Τα προσπερνούσα. «Γύρισε» το κεφάλι μου όμως και τότε είναι που ξεκίνησα να τα παρακολουθώ, κάτι που έκανα για μήνες.

 

— Προέκυψε κάτι από αυτή την παρακολούθηση; Αναζητούσατε κάτι συγκεκριμένο;

Έψαχνα ένα νήμα, έναν άξονα. Πώς αφηγείσαι μια τέτοια ιστορία; Οι ερωτήσεις που προέκυψαν ήταν πολλές και έπρεπε να απαντηθούν, για να μπορέσω να συνεχίσω: πού πάνε αυτά τα σκυλιά; Ποιες είναι οι συνήθειές τους; Μετά από περίπου έναν χρόνο γνώρισα τον Αχιλλέα Αδάμ, τον συνταξιούχο που τα ταΐζει 30 χρόνια τώρα. Πιάσαμε κουβέντα, ήταν πολύ φιλικός –βγήκε μάλιστα και συμπατριώτης με τον μπαμπά μου– και σιγά σιγά μου άνοιξε αυτόν τον κόσμο, χωρίς όμως να μου εξηγεί πολλά. Μου έλεγε να πάω κι εγώ να τα ταΐσω μαζί του, και πήγαινα, παρακολουθώντας τις διαδρομές του. Εκεί ήταν που, επιτέλους, κατάλαβα πως τα σκυλιά αυτά είναι κάτοικοι της πόλης με συνήθειες, φιλίες, προτιμήσεις, απέχθειες. Κατάλαβα πού συχνάζουν και τι τους αρέσει. Άρχισα να τραβάω τα σκυλιά και ξαφνικά μου αποκαλύφθηκε ένας ολόκληρος, άγνωστος κόσμος, διαδικασία που κράτησε έξι χρόνια. Η ταινία, εκτός από ντοκιμαντέρ, είναι και road movie, καθώς, μέσα από αυτήν τη διαδρομή, μου αποκαλύφθηκε μια πόλη την οποία νομίζουμε πως γνωρίζουμε.

 

Η αφορμή είναι τα αδέσποτα της Αθήνας και το ταξίδι που προκύπτει πραγματοποιείται σε μια Αθήνα που σπανίως μας αποκαλύπτεται, όχι μονάχα στο σινεμά αλλά και στην ίδια τη ζωή.
Η αφορμή είναι τα αδέσποτα της Αθήνας και το ταξίδι που προκύπτει πραγματοποιείται σε μια Αθήνα που σπανίως μας αποκαλύπτεται, όχι μονάχα στο σινεμά αλλά και στην ίδια τη ζωή.

 

— Πόσο χρόνο χρειάστηκαν τα αδέσποτα να εξοικειωθούν μαζί σας;

Πολύ, και ήταν διαφορετικός για κάθε ζωντανό. Κοιτάξτε, είναι λογικό να μας φοβούνται. Όταν κακοποιείς ένα ζώο, προφανώς αυτό θα γίνει επιθετικό. Πολλά από αυτά τα ζώα, λοιπόν, είχαν κακοποιηθεί πολύ. Αλλά, ευτυχώς, με τον καιρό, με συνήθισαν κι έτσι μπόρεσα να τραβήξω αυτό το υλικό. Η σκηνή, ας πούμε, με τον μπόγια να μαζεύει το σκυλί στο Θησείο είναι μοναδική, αλλά αυτό είναι το τίμημα των έξι χρόνων. Δεν φτάνει να δείξεις μόνο τα σκυλιά που τρώνε και προστατεύονται. Θέλει χρόνο αυτή η δουλειά. Εδώ πρέπει να πω πως μέσα από αυτήν τη διαδικασία κατάλαβα και τον κόπο των συναδέλφων που κατά καιρούς προσπαθούσαν να κάνουν κάτι παρόμοιο και εν τέλει σταματούσαν την προσπάθεια. Θέλει απίστευτη υπομονή. Πολλές φορές βρέθηκα μέσα στο κρύο, στις 4 τα ξημερώματα, να κινηματογραφώ τα σκυλιά να διασχίζουν τους δρόμους μόνα ή κατά ομάδες. Και μερικές φορές αντιμετώπισα επιθετικούς περαστικούς που μου χάλαγαν τα πλάνα, μπαίνοντας μπροστά από την κάμερα, ή που με έβριζαν...

 

— Τελικά, πόσο υλικό συγκεντρώθηκε;

Αδύνατο να σας περιγράψω πόσο υλικό είχα. Μέχρι και την τελευταία στιγμή της συμμετοχής στη Θεσσαλονίκη προσθέταμε πλάνα. Σκεφτείτε πως αρχίσαμε το 2015 και μέχρι το 2020 δεν σταματήσαμε ούτε το γύρισμα ούτε το μοντάζ.

 

— Υπάρχουν λίγες ταινίες μυθοπλασίας που έχουν αξιοποιήσει ουσιαστικά την Αθήνα και θα έλεγε κανείς πως σε ένα ντοκιμαντέρ κάτι τέτοιο είναι πιο δόκιμο. Εσείς, όμως, δεν κάνατε απλώς αυτό. Η πόλη μοιάζει να αναδημιουργείται εκ νέου στην ταινία σας.

Μα αυτό συνέβη στ' αλήθεια! Καθώς έστηνα την ταινία και χώριζα τις τοποθεσίες, το ρεπεράζ που λέμε, ανακάλυψα πως κάθε σκυλί έχει την προσωπικότητά του και, ανάλογα με αυτήν, διαλέγει την περιοχή του. Ένα ζευγάρι, ο Ορφέας και ο Κωνσταντίνος, πάνε στην Αμαλίας για ξηρούς καρπούς το πρωί και το βράδυ στα μπαράκια. Παρακολουθώντας αυτούς τους δύο μπήκα στο Bartesera και είδα πως η ιδιοκτήτρια αφήνει τα σκυλιά να κάθονται μέσα. Επίσης, υπάρχουν μοναχικά σκυλιά σαν το Σοφοκλή, που με κόπο πηγαίνει στο φαρμακείο για να πάρει τα φάρμακά του. Ο Μάρκος, στο Μοναστηράκι, αγαπά τη ροκ μουσική – όσο πιο δυνατά τόσο καλύτερα. Είναι μάλιστα και θαμώνας του six d.o.g.s τα βράδια.

 

 

«Οι Άγνωστοι Αθηναίοι» - τρέιλερ

 

— Έχει μια έντονη μουσικότητα η ταινία σας, τόσο στη γλώσσα όσο και στην ίδια τη χρήση της μουσικής. Διάβασα το όνομα του Σεραφείμ Γιαννακόπουλου στους τίτλους. Μιλάμε για τον ντράμερ των Planet Of Zeus;

Ναι! Είναι η δεύτερη συνεργασία μας, είχαμε δουλέψει μαζί και στην ταινία «Eduart», πριν γίνει μέλος της μπάντας – τότε ήταν στους Fingers Crossed. Όταν μου έφερε τη μουσική δεν πίστευα στ' αυτιά μου! Είναι τόσο εναρμονισμένη με αυτά τα πλάσματα – με συγκλόνισε. Αλλά, μια και μιλάμε για τη μουσικότητα, εγώ –και ντρέπομαι που το λέω– δεν θα είχα πάρει είδηση όλα αυτά τα πολιτιστικά δρώμενα στην πόλη αν δεν ακολουθούσα τα αδέσποτα: οι μουσικοί του δρόμου, στο ένα στενό ακούς να τραγουδούν Μπιζέ, λίγο πιο κάτω τα παιδιά παίζουν Σιδηρόπουλο... Τη δε Παγκόσμια Ημέρα της Μουσικής όλη η πόλη χόρευε σε όλους τους ρυθμούς και τα σκυλιά ακολουθούσαν.

 

Γιατί, ξέρετε, τα σκυλιά που έχουν επιλέξει την Αδριανού στο Μοναστηράκι ας πούμε, τα σκυλιά που κάθισαν δίπλα στη Ζήκου, στο δρώμενο της Λυρικής, όταν εκείνη τραγουδούσε την «Κάρμεν» του Μπιζέ, τα σκυλιά που έγιναν φύλακες του αρχαιολογικού χώρου, έχουν πάρει την εξής απόφαση: «Εμείς είμαστε εδώ». Τα σύμβολα της πόλης μας, λοιπόν, είτε είναι αρχαία, είτε πεντάστερα ξενοδοχεία, είτε μπαράκια, όλα έχουν έναν εκπρόσωπο σκύλο: ο Λέων ήταν στους εύζωνες, η Φωτούλα ήταν στην Καπνικαρέα, ο Ορφέας και ο Κωνσταντίνος στα μπαράκια, ο Μάρκος στο Μοναστηράκι. Κατέβαινα στην Αθήνα για γυρίσματα και ήξερα πως τα σπίτια τους ήταν εκεί. Ήξερα πού προτιμούσαν να συχνάζουν στη διάρκεια της ημέρας και πού κοιμούνταν το βράδυ. Δεν περπατάω πλέον την Αθηνά όπως την περπατούσα στο παρελθόν, ασυνείδητα και βιαστικά. Τη βλέπω πια με άλλα μάτια. Και αυτή είναι η προσωπική μου ελπίδα για το φιλμ, πως βλέποντάς το οι θεατές θα ανακαλύψουν μια άλλη Αθήνα.

 

— Αν τα σκυλιά αυτά είναι «φύλακες» της Αθήνας, κατά κάποιον τρόπο, οι άνθρωποι που τα προσέχουν όλα αυτά τα χρόνια τι «ρόλο» έχουν; Ακόμα κι αυτούς, όταν τους βλέπουμε, τους αντιμετωπίζουμε με επιφύλαξη.

Για μένα, οι άνθρωποι που τα προσέχουν είναι κι αυτοί φορείς μιας παλιότερης Αθήνας: ο Αχιλλέας Αδάμ είναι μαραθωνοδρόμος, ο άστεγος Σπύρος, που τα αγαπά, είναι ο αντίστοιχος Διογένης, ο φαρμακοποιός, ο Παύλος Γιαννόπουλος, είναι αριστοφανικός. Είδα όλες τις φιλοσοφικές σχολές στα πρόσωπά τους.

 

Ξαφνικά, εκεί που άρχισα να τραβάω τα σκυλιά, αποκαλύφθηκε ένας ολόκληρος άγνωστος κόσμος, διαδικασία που κράτησε έξι χρόνια.
Ξαφνικά, εκεί που άρχισα να τραβάω τα σκυλιά, αποκαλύφθηκε ένας ολόκληρος άγνωστος κόσμος, διαδικασία που κράτησε έξι χρόνια.

 

— Παρατηρώ πως, γενικά, το ζήτημα του Ξένου διαπερνά τη φιλμογραφία σας. Του Ξένου και του τόπου στον οποίο ζει. Πώς ο Ξένος αλλάζει από τον τόπο του, αλλά αλλάζει και τον τόπο τον ίδιο.

Ναι, αυτό είναι, απλώς κανείς πριν από εσάς δεν το είχε διατυπώσει έτσι, με αυτές τις λέξεις. Έφυγα 18 χρονών από την Αθήνα, πήγα στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασα αρχιτεκτονική, μετά πήγα στο Βερολίνο και έκτοτε περνώ κυριολεκτικά τον μισό μου χρόνο στην Αθήνα και τον άλλο μισό στο Βερολίνο. Βρέθηκα τότε, ξαφνικά, σε μια χώρα διαφορετική. Δεν ήταν σαν το σημερινό Βερολίνο εκείνη η πόλη, πήγαιναν μόνο οι γενναίοι τότε. Ήταν, φυσικά, τόπος καλλιτεχνών σαν τον Μπόουι και τον Νικ Κέιβ, αλλά και τόπος πολλών Ελλήνων που δεν ήθελαν να υπηρετήσουν. Σκέψου, πετάγαμε τότε μέσα από την Ανατολική Γερμανία, περνούσαμε ελέγχους, ήμασταν όλοι συνωμότες με κάποιο τρόπο, υπήρχε μια γοητεία και ένα μυστήριο.

 

Σήμερα έχει αλλάξει πάρα πολύ. Παραμένει, βέβαια, ξεχωριστό, δίπλα στις πιο κλασικές γερμανικές πόλεις, σαν το Μόναχο ή το Ανόβερο, εκεί δηλαδή όπου τα πάντα είναι απολύτως τακτοποιημένα. Αλλά ό,τι προκάλεσε αυτό το σοκ που πάθαμε τότε έχει εξαφανιστεί και στη θέση του συναντάς τους γνωστούς τουρίστες των σκανδιναβικών χωρών που πίνουν μπίρες μέχρις εσχάτων επειδή είναι πολύ φθηνές. Είναι ο κορεσμός που έχει επιφέρει η μίσθωση τύπου Airbnb. Το έζησα και στη Νάξο πρόσφατα, όπου βρήκα την κατάσταση απελπιστική.

 

Η ταινία «Άγνωστοι Αθηναίοι» θα προβάλλεται στους κινηματογράφους από τις 17 Σεπτεμβρίου.