Η αρχή της ιστορίας του κινηματογράφου θα μπορούσε να περιγραφεί από το ίδιο το μέσο μόνο με παράλληλο μοντάζ. Είχε φτάσει το πλήρωμα το χρόνου για την εξέλιξη της φωτογραφίας και για αρκετά χρόνια, διάφοροι εφευρέτες ανά τον κόσμο έφταναν κοντά στην τελευταία λέξη της τεχνολογίας στην ψυχαγωγία για τον 19ο αιώνα: την καταγραφή και προβολή κινούμενων εικόνων.


Ήδη η καταγραφή της κίνησης, έστω και ως ψευδαίσθηση, είναι προϊόν έρευνας από το 1830 και έχοντας πλέον φτάσει στην τελευταία δεκαετία του αιώνα, έχει ξεκινήσει ένας αγώνας δρόμου από ερευνητές σε ΗΠΑ, Γαλλία και Μ. Βρετανία για να τελειοποιήσουν συσκευές που θα καταγράφουν και θα προβάλλουν εικόνες από την πραγματική ζωή. Ο Τόμας Έντισον στις ΗΠΑ έχει δώσει ήδη το Κινητοσκόπιο στο οποίο ο θεατής κολλά το ένα του μάτι και βλέπει μια μικρή ιστοριούλα λίγων δευτερολέπτων, συσκευή η οποία θα δει ο Αντουάν Λιμιέρ, ιδιοκτήτης εργοστασίου που κατασκεύαζε φωτογραφικές πλάκες, το 1894 σε μια έκθεση και θα πείσει τους γιους του, Λουί και Ογκίστ, να φτιάξουν κάτι καλύτερο. Αυτό θα συμβεί στις αρχές του 1895, όταν οι 2 τους κατοχυρώνουν με δίπλωμα ευρεσιτεχνίας το cinématographe, βελτιώνοντας μια κάμερα που κατασκεύασε ο Λεόν Μπουλί 3 χρόνια νωρίτερα, αλλά δεν είχε όρεξη ούτε χρήματα να επενδύσει σ' αυτήν, στην οποία τοποθετείται διάτρητο φιλμ και μπορεί να γράφει και να προβάλει μαζί. Τον Μάρτιο της ίδιας χρονιάς (1895) οι αδερφοί Λιμιέρ την Έξοδο από το Εργοστάσιο Λιμιέρ, ταινία που αποτύπωνε την έξοδο των εργατών από το εργοστάσιό τους και οργανώνουν κάποιες ιδιωτικές προβολές, ενώ αντίστοιχες γίνονται από άλλους και στις ΗΠΑ.

 

Κανείς δεν είδε στη μεγάλη οθόνη το πρώτο του φιλί όπως ακριβώς έγινε, αλλά είδε πολλούς ήρωες στην οθόνη να νιώθουν αυτό που ένιωσε και ο ίδιος ή ακόμη καλύτερα διδάχθηκε από αυτούς το πώς θα νιώσει.


Αυτά τα γεγονότα πιστοποιούν πως ο κινηματογράφος έχει ήδη γεννηθεί και δεν μπορεί κανείς επίσημα να ισχυρίζεται πως σε μια συγκεκριμένη ημερομηνία έκανε κάτι που με σιγουριά δεν είχε γίνει αλλού στον κόσμο. Τι είναι αυτό λοιπόν που καθιστά την 28η Δεκεμβρίου του 1895 ως γενέθλια μέρα για το μέσο; Ήταν η πρώτη φορά στην οποία ο κινηματογράφος διανεμήθηκε για πρώτη φορά με τον τρόπο που εξακολουθεί να διανέμεται μέχρι και σήμερα. Οι Λιμιέρ διοργάνωσαν προβολή με εισιτήριο, όπου θα έπαιζαν σε μεγάλη οθόνη, για το κοινό που θα πλήρωνε, 10 ταινίες τους συνολικής διάρκειας 7 περίπου λεπτών – η μεγαλύτερη από αυτές διαρκούσε 49 δευτερόλεπτα. Πρώτη προβλήθηκε η Έξοδος των Εργατών από το Εργοστάσιο Λιμιέρ στη Λυόν, διάρκειας 46 δευτερολέπτων, που είναι αυτό ακριβώς που λέει ο τίτλος της, άλλωστε θα έπρεπε να περάσουν λίγα χρόνια για να μπει στο θέαμα η μυθοπλασία. Την ταινία αυτή χρησιμοποίησε 100 χρόνια αργότερα ο Άκι Καουρισμάκι στο μικρού μήκους του La Fonderie, όπου μια παρέα ανέκφραστων εργατών τελειώνουν τα ωράριά τους και οδηγούνται σε ένα σινεμά για να την παρακολουθήσουν.


Το σινεμά μέσα στο πέρασμα των χρόνων μπορεί να μην αποτύπωσε με ακρίβεια την πραγματικότητα του καθενός μας (δεν είχε άλλωστε τέτοιο σκοπό), φρόντισε όμως να μας δείξει τα συναισθήματα που προκαλούνται από την περιπέτεια της ζωής, πολλές φορές πριν καν τα νιώσουμε εμείς. Κανείς για παράδειγμα δεν είδε στη μεγάλη οθόνη το πρώτο του φιλί όπως ακριβώς έγινε, αλλά είδε πολλούς ήρωες στην οθόνη να νιώθουν αυτό που ένιωσε και ο ίδιος ή ακόμη καλύτερα διδάχθηκε από αυτούς το πώς θα νιώσει. Το ίδιο συνέβη και στο πως αντιλήφθηκε το σινεμά τη σχέση μεταξύ θεατή και μέσου. Μόνο αυτοί που βρέθηκαν στις 28 Δεκεμβρίου του 1895 στο Grand Café του Παρισιού θα μπορούσαν να ισχυρισθούν πως βίωσαν την πρώτη επαφή με τον κινηματογράφο, όμως η ίδια η εμπειρία, η πρώτη φορά δηλαδή που κάποιος μπαίνει μέσα σε ένα σινεμά, αποτυπώθηκε πολλές φορές με τα χρόνια.

 

Χρησιμοποιήθηκε ακόμη και υλικό των Λιμιέρ, και συγκεκριμένα η διάσημη ταινία τους με την άφιξη ενός τρένου σε σιδηροδρομικό σταθμό που σύμφωνα με το μύθο προκάλεσε πανικό στην αίθουσα καθώς οι άμαθοι θεατές νόμιζαν πως θα πέσει πάνω τους. Μια τέτοια σκηνή βλέπουμε στο Magic Box (1951), ταινία με θέμα έναν πιονέρο του σινεμά στην Αγγλία, όπου ο Ρίτσαρντ Ατένμπορο και η παρέα του βλέπουν το τρένο και αντιδρούν αναλόγως, μεταφέροντας το συναίσθημα της αμηχανίας των πρώτων προβολών.


Την πιο απλή και ομορφότερη ίσως περιγραφή εισαγωγής ενός ατόμου στον κόσμο του σινεμά, έκανε ο Γούντι Άλεν στις Μέρες Ραδιοφώνου (1987) του. Έχοντας ως συνοδεία το If You Are But a Dream του Φρανκ Σινάτρα, ο Άλεν αφηγείται την πρώτη επίσκεψη του ήρωά του στο Radio City Music Hall της Νέας Υόρκης σαν να μπαίνει στον παράδεισο και πως μόλις είχε αντικρύσει το ομορφότερο πράγμα στη ζωή του – η ταινία που βλέπει είναι το Philadelphia Story.



Με πολύ ευαισθησία επίσης, ο Βίκτορ Ερίσε στο Πνεύμα του Μελισσιού (1973) περιγράφει την πρώτη προβολή, σε αυτοσχέδιο κινηματογράφο, της Άνα που βλέποντας το Φρανκενστάιν αρχίζει να αναμιγνύει τη φαντασία με τη πραγματικότητα. Επίσης, ένας ορκισμένος σινεφίλ σαν τον Μάρτιν Σκορσέζε δε θα μπορούσε να μην έχει στην καριέρα του μια παρόμοια σκηνή. Η Κλόι Γκρέις Μόρετζ μπαίνει για πρώτη φορά, κρυφά, σε σινεμά βλέποντας το Safety, Last! με τον Χάρολντ Λόιντ και νιώθει αγωνία, φόβο και τελικά χαρά, φυσικά στο Hugo (2011).


Και τέλος, ό,τι πιο αληθινό καταγράφηκε ποτέ. Το δεκάλεπτο ντοκιμαντέρ Για Πρώτη Φορά (1967) του Οκτάβιο Κορταζάρ περιέγραψε με ακρίβεια αυτή την εμπειρία, ακολουθώντας ένα συνεργείο που ταξιδεύει σε ένα μικρό χωριό της Κούβας για να δείξει στους κατοίκους του για πρώτη φορά τι σημαίνει σινεμά. Η ταινία που διαλέγουν για την πρώτη προβολή είναι οι Μοντέρνοι Καιροί (1936) του Τσάρλι Τσάπλιν.



Το σινεμά, με τον τρόπο που το ξέρουμε, κλείνει σήμερα 123 χρόνια ζωής, με τα τελευταία εξ αυτών να αναλώνονται στη συζήτηση πως θα μετατραπεί σε κάτι εντελώς διαφορετικό, από τη στιγμή που η ζωή μας γέμισε μικρές και μεγάλες οθόνες και η αίθουσα δε μοιάζει τόσο αναγκαία, αλλά και από τις τεχνολογικές δυνατότητες της εικονικής πραγματικότητας που μπορεί να αλλάξει τα πάντα στην παρουσίαση και το περιεχόμενο του κινηματογραφικού έργου. Δεν είναι λίγοι που πιστεύουν πως ο κινηματογράφος θα μείνει στην ιστορία ως η μεγάλη τέχνη του 20ου αιώνα και δεν θα ταυτιστεί με τη ζωή στα χρόνια που έρχονται. Βέβαια, τα ίδια λέγονταν και πριν 70 χρόνια που οι τηλεοράσεις έμπαιναν στα σπίτια των Αμερικανών, αλλά και πριν 40 όταν αυτές ήταν πλέον έγχρωμες και συνοδεύονταν από το βίντεο. Ακόμη χειρότερες προβλέψεις είχαν κάνει οι δημιουργοί του, αδελφοί Λιμιέρ. Παρά τον ενθουσιασμό του κοινού μετά τις πρώτες προβολές, δεν θεωρούσαν πως υπάρχει ισχυρό οικονομικό κίνητρο για να ασχοληθούν περαιτέρω και έπαψαν να έχουν σχέση με τον κινηματογράφο μετά από λίγα χρόνια, αφού αφοσιώθηκαν στις πρωτοποριακές τεχνικές της έγχρωμης φωτογραφίας. Και το ορφανό παιδί τους είναι ακόμη εδώ.