Σε γενικές γραμμές είδαμε ένα πιο ζωντανό ντιμπέιτ, πιο ευχάριστο, σαφώς καλύτερο από όσα έχουν γίνει, αν και μπορούσε να είναι και πολύ καλύτερο.


Ο κ. Τσίπρας ήταν προπονημένος και στρατηγικά πειθαρχημένος. Πέραν της όποιας άνεσής του με το γυαλί, φάνηκε ότι είχε δουλέψει τις απαντήσεις του και δεν άφησε κανένα πόιντ από όσα κατά καιρούς χρησιμοποιεί που να μην το επαναλάβει. Ωστόσο δεν είπε κανένα καινούργιο επιχείρημα, πλην ίσως μιας μετατόπισης στο θέμα των συνεργασιών. Δεδομένου ότι η επανάληψη δεν ταυτίζεται με την πειστικότητα μένει να δούμε πώς θα λειτουργήσει αυτό στο κομμάτι που ούτως ή άλλως ήταν δύσπιστο απέναντί του. Κατά τα λοιπά, ήταν καλός στη διαχείριση ερωτημάτων για ζητήματα τακτικών χειρισμών (εκλογές, διάσπαση, εσωτερικό ΣΥΡΙΖΑ), αλλά πολύ αδύναμος στο κομμάτι της οικονομίας και του πόσο κόστισαν στη χώρα τα λάθη του. Η ατάκα του Μεϊμαράκη «πληρώσαμε 90 δις για να αποκτήσετε εμπειρίες», έμεινε αναπάντητη. Τέλος, ο κ. Τσίπρας ήταν πολύ καλύτερος στο κλείσιμό του και άνετος στην έξοδο από την ΕΡΤ.

 

Πάμε σε εκλογές χαμηλής δυναμικής, χωρίς κάποιο κυρίαρχο ρεύμα που να συμπαρασύρει τα πάντα, αλλά με επιμέρους εσωτερικές διαψεύσεις και δυσπιστίες για κάθε ψηφοφόρο, οι οποίες ζυγίζονται πλην κατασταλάξουν σε πολιτική στάση.


Ο κ. Μεϊμαράκης ήταν καλύτερος στο πιο χαλαρό κομμάτι της συζήτησης, εκεί που είχαν τον μεταξύ τους διάλογο. Γενικά αυτό το στυλ του ταιριάζει περισσότερο και σε αυτό οφείλεται και η άνοδος της δημοτικότητάς του τις τελευταίες εβδομάδες. Πέρασε περισσότερα σημεία στο κομμάτι οικονομία-επενδύσεις- κόστος από πολιτική ΣΥΡΙΖΑ. Θεωρώ λάθος από την άλλη ότι επέμεινε τόση ώρα στο γιατί γίνονται εκλογές (5 μόλις μέρες πριν διεξαχθούν), καθώς και ότι αναλώθηκε σε κάποια ζητήματα άνευ ουσίας, χάνοντας το ρυθμό του σε κάποια σημεία της συζήτησης. Στα θετικά του το ότι εξέπεμπε ειλικρίνεια, τόσο υφολογικά, όσο και επί της ουσίας (π.χ. στις απαντήσεις για αυτοκριτική και μελλοντικές υποσχέσεις). Στα αρνητικά του, το αδύναμο και άνευ μηνύματος κλείσιμό του.
Θα επηρεάσει το ντιμπέιτ; Όχι καταλυτικά, δεδομένου ότι ούτε ανέδειξε, ούτε αποδόμησε κάτι που (δεν) ξέραμε. Κινήθηκε πάνω σε ήδη εμπεδωμένες αντιλήψεις, θετικές ή αρνητικές για κάθε πρωταγωνιστή. Είναι ένα μέρος της όλης καμπάνιας, όχι σημείο καμπής της καμπάνιας.


Ποιες είναι οι κρίσιμες ομάδες και τα κρίσιμα μεγέθη 5 μέρες πριν τις εκλογές; Κυρίως τρία:

α) Οι "κοψοχέρηδες" της παραδοσιακής Κεντροδεξιάς. Η αναλογία μετατοπίσεων μεταξύ ΣΥΡΙΖΑ και ΝΔ είναι 2 προς 1 (2 από τον ΣΥΡΙΖΑ προς ΝΔ και 1 από ΝΔ προς ΣΥΡΙΖΑ) σε όλες σχεδόν τις έρευνες αλλά με το ποσοστό αυτό να κυμαίνεται σε καθαρό ποσοστό ψήφου από 1% έως 2%.

β) Οι εισροές της ΝΔ από Ποτάμι (κυρίως) και ΠΑΣΟΚ (λιγότερο), οι οποίες αποτελούν αναγκαία (αλλά όχι ικανή) συνθήκη για την κατάκτηση της πρώτης θέσης.

γ) (και βασικότερο) Η μεγάλη αδρανής μάζα των αντιμνημονιακών πρώην ΣΥΡΙΖΑίων ψηφοφόρων. Το ποσοστό αυτό (που είναι η πλειοψηφία των αναποφάσιστων) είναι «μπετοναρισμένο» δημοσκοπικά, δεν μετακινείται, είναι σιωπηλό, δεν δείχνει καν τάση για το που θα πάει.


Συνδυάζοντας τα παραπάνω: Αν η απευθείας μετατόπιση ΣΥΡΙΖΑ-ΝΔ πάει προς το 2% και συνεχιστεί το «τσιμπολόγημα» ψηφοφόρων από το κέντρο, αποκτά αβαντάζ η ΝΔ. Αν είναι προς το 1%, ο ΣΥΡΙΖΑ θα έχει απόσταση ασφαλείας και όλα θα κριθούν από τη στάση των αριστερόστροφων αναποφάσιστων και τι δυναμική που θα αναπτύξουν σε αυτούς ΛΑΕ, ΚΚΕ και λοιπές αριστερές δυνάμεις. Μέχρι τώρα το ΚΚΕ έχει επιδείξει μια ακατανόητη φοβικότητα στην όλη καμπάνια του, ενώ η ΛΑΕ έκανε το τεράστιο στρατηγικό σφάλμα να μιλήσει ευθέως για δραχμή χάνοντας το μομέντουμ των πρώτων ημερών.


Ως γενικό συμπέρασμα πάμε σε εκλογές χαμηλής δυναμικής. Χωρίς κάποιο κυρίαρχο ρεύμα που να συμπαρασύρει τα πάντα, αλλά με επιμέρους εσωτερικές διαψεύσεις και δυσπιστίες για κάθε ψηφοφόρο, οι οποίες ζυγίζονται πλην κατασταλάξουν σε πολιτική στάση.