Οι δημοσκοπήσεις του περασμένου Σαββατοκύριακου (Kάπα Research για «Το Βήμα» και ALCO για το «Πρώτο Θέμα») συγκλίνουν σε κάποιες κεντρικές διαπιστώσεις:

 

  • Η συντριπτική πλειοψηφία των πολιτών παραμένει σταθερά προσανατολισμένη στους θεσμούς που η χώρα είναι ενταγμένη εδώ και δεκαετίες. Πάνω από το 70% των Ελλήνων θεωρεί ΕΕ, ΝΑΤΟ και Ευρωζώνη ως το φυσικό χώρο παρουσίας της χώρας μας. Η όποια δυσφορία υπάρχει έναντι των εταίρων, δεν θέτει ζήτημα γενικότερου προσανατολισμού της χώρας.

 

  • Η πλειοψηφία δεν θέλει ρήξη με τους εταίρους. Μπορεί να ικανοποιείται από τους διαπραγματευτικούς «τσαμπουκάδες», ωστόσο προσδιορίζει το μέχρι πού πρέπει να φτάσει η σύγκρουση. Θέλουμε «να τους τα χώσουμε» για να ξεθυμάνουμε και να αισθανθούμε «περήφανοι», αλλά δεν θέλουμε να τα σπάσουμε τελείως, καθώς το ζητούμενο για τελικό συμβιβασμό είναι ξεκάθαρο και ευρέως πλειοψηφικό. Το γεγονός βέβαια είναι ότι είναι συντριπτικά κυρίαρχο στην δεξιά και κεντρώα αντιπολίτευση και όχι στο χώρο των κυβερνώντων, περιπλέκει πολιτικά την κατάσταση.

Η σημερινή ΝΔ έχει σοβαρό πολιτικό πρόβλημα, έχει χαρακτηριστικά φθαρμένου κόμματος, έχει μειωμένη απήχηση σε κρίσιμα και δυναμικά ακροατήρια. Το να θεωρεί κάποιος ότι όλο αυτό είναι φυσιολογική συνέπεια της ήττας και όλα θα φτιάξουν με την πάροδο του χρόνου ή θα παραβλεφθούν υπό το βάρος σοβαρότερων διακυβευμάτων, αποτελεί πολιτικό στρουθοκαμηλισμό.

 

  • Σε επίπεδο κομματικού ανταγωνισμού, ωστόσο, ο ΣΥΡΙΖΑ – παρά τη φθορά του – κυριαρχεί πλήρως. Η ΝΔ αντιθέτως, βρίσκεται σε φάση αποσυσπείρωσης και απονεύρωσης, με αδυναμία ακόμα και να ακουστεί, πόσο δε μάλλον να αποτελέσει άμεσα μια εναλλακτική λύση. Αυτό μπορεί εν μέρει να είναι λογικό, δεδομένου ότι βρισκόμαστε τρεις μόλις μήνες από τις εκλογές, αλλά αν μείνουμε σε αυτό η ανάλυση μένει ρηχή. Η σημερινή ΝΔ έχει σοβαρό πολιτικό πρόβλημα, έχει χαρακτηριστικά φθαρμένου κόμματος, έχει μειωμένη απήχηση σε κρίσιμα και δυναμικά ακροατήρια. Το να θεωρεί κάποιος ότι όλο αυτό είναι φυσιολογική συνέπεια της ήττας και όλα θα φτιάξουν με την πάροδο του χρόνου ή θα παραβλεφθούν υπό το βάρος σοβαρότερων διακυβευμάτων, αποτελεί πολιτικό στρουθοκαμηλισμό.

 

  • Παρά την υπεροχή της όμως, η κυβέρνηση διατηρεί αρκετά υψηλά ποσοστά δημοτικότητας, ωστόσο η εικόνα της εμφανίζει στοιχεία φθοράς. Τα ποσοστά αποδοχής της έχουν πέσει γύρω στις 20 μονάδες σε 1,5 μήνα. Η ανησυχία για την πορεία της χώρας μεγαλώνει, ο θυμός επανέρχεται, η αξιολόγηση των κυβερνητικών δράσεων σε θεματικό επίπεδο είναι αρνητική. Ακούγεται κάπως παράδοξο, αλλά οι πολίτες μοιάζουν να λένε στην Κυβέρνηση «μου αρέσεις εσύ, όχι αυτά που κάνεις».

 

Η φθορά αυτή πηγάζει από το γεγονός ότι η κυβέρνηση δεν καθησυχάζει το ευρύ πλειοψηφικό ρεύμα που θέλει διατήρηση και όχι ανατροπή του εθνικού μας προσανατολισμού. Αντιθέτως, είτε λόγω εσωτερικής πολυφωνίας, είτε με άγαρμπους χειρισμούς, προκαλεί ανησυχία ακόμα και σε δικούς της υποστηρικτές, που θέλουν αλλαγή διαχείρισης, επιμέρους βελτιώσεις, αλλαγές ύφους και προσώπων, αλλά όχι πειράματα και άλματα στο κενό. Από την απώλεια στήριξης αυτών των ψηφοφόρων κινδυνεύει ο ΣΥΡΙΖΑ, όχι από κάποια ριζοσπαστικοποιημένη τάση του.

 

Αν ο ΣΥΡΙΖΑ κινηθεί εντός του απολύτως ξεκάθαρου πλαισίου που περιγράφουν όλες οι ακτινογραφίες της κοινής γνώμης και δείξει μια στοιχειώδη διαχειριστική επάρκεια, τότε έχει όλες τις προϋποθέσεις μιας μακράς πολιτικής κυριαρχίας.


Αν, αντιθέτως, μπλέξει σε ένα κυκεώνα συζητήσεων και εσωστρέφειας, προσπαθώντας να ερμηνεύσει την «εντολή» του εκλογικού σώματος (αυτή την δημοσιογραφικά κατασκευασμένη ανοησία...) και να διαχειριστεί τις εσωτερικές του αντιφάσεις, τότε θα κινδυνεύσει να φθαρεί υπό την διαχείριση της πραγματικότητας, η οποία είναι ως γνωστόν αμείλικτη, αλλά και να προσκρούσει σε ένα πλειοψηφικό κοινωνικό μέτωπο που δεν θέλει σε καμία περίπτωση να αμφισβητηθεί ο συνολικός προσανατολισμός της χώρας.