Στα δάση του Σμοκόβου

«Σήμερα ξεκίνησα τη δουλειά από το χωριό Μακρυρράχη, που οι ντόπιοι τη λένε Καΐτσα, στη δυτική άκρη μιας λίμνης που δεν υπάρχει πια γιατί την αποξήραναν και την έκαναν χωράφια, της Ξυνιάδας. Ο χωματόδρομος που ανηφορίζει δυτικά από το χωριό χώνεται σ' ένα πανέμορφο δάσος βελανιδιάς, που όσο προχωρούσα γινόταν όλο και πιο πυκνό, όλο και πιο όμορφο. Έχω την εντύπωση ότι είναι το ωραιότερο δάσος βελανιδιάς σε όλη την Ελλάδα, άγνωστο σε όλους. Από τη Μακρυρράχη στην Παλιά Γιαννιτσού, από το Περιβόλι στον Ασβέστη, από τα Λουτρά Καΐτσης στην Κάτω Κτιμένη -και από κει στην παλιά Κτιμένη-, από το Μεσοχώρι στη Λουτροπηγή· όπου κι αν οδηγούσα, ήταν σκέτη μαγεία! Αποτύπωσα κάθε δρόμο και δρομάκι που διασχίζει αυτό το μυρωδάτο δάσος προς κάθε κατεύθυνση, ώσπου νύχτωσε. Έστησα τη σκηνή μου δίπλα στο ξωκλήσι του Αγίου Γεωργίου, λίγο έξω από τη Μακρυρράχη. Η μικρή φωτιά όπου μαγείρεψα έχει σβήσει εδώ και ώρα, και το σκοτάδι του δάσους με ρούφηξε και με «εξαφάνισε». Εγώ δεν υπάρχω, υπάρχει μόνο το δάσος. Να σου πω πρώτα για τους ήχους. Δυο τρία τριζόνια. Το θρόισμα των φύλλων της βελανιδιάς έτσι που τη χαϊδεύει το αεράκι. Η καμπάνα -μόλις που ακούγεται ώς εδώ πάνω- της εκκλησίας του χωριού, που χτύπησε έντεκα φορές. Το παγωμένο νερό της πηγής που πέφτει στη χτιστή γούρνα. Νά και τι βλέπω. Το κίτρινο των καντηλιών του Αϊ-Γιώργη. Και το αστραφτερό λευκό της πανσέληνου, που έχει γεμίσει με παράξενες σκιές τους γύρω λόφους: την Κοκκαλίτσα, την Ψηλή Ράχη, τη Ζάχα, τα Μενολίθια, τον Άγιο Αθανάσιο. Τόσο λαμπερό, που μπορώ και σου γράφω. Τα αρώματα... είναι αδύνατον να σου περιγράψω τα αρώματα. Η παράσταση της φύσης - πρωταγωνιστές τα χορταράκια, τα ζουζούνια, τα πουλιά, οι γαλαξίες. Σκηνοθέτης ο Θεός. Περάστε, καθίστε όπου σας αρέσει· η παράσταση άρχισε. Κάθε βράδυ διαφορετική. Άλλα ζουζούνια, άλλα χορταράκια. Χτες είχε θυμάρι, ανθισμένη ρίγανη και λαγόχορτο. Προχτές θερισμένα σταροχώραφα, φορτωμένες συκιές, και μια λουίζα που θέριεψε δίπλα στο φράχτη. Σήμερα... είναι αδύνατον να σου περιγράψω τι γίνεται σήμερα με τα αρώματα. Μοναχικός θεατής σ' αυτό το τεράστιο θέατρο, σιωπηλός μάρτυρας μιας συγκλονιστικής παράστασης. Τώρα μπήκε στη σκηνή κι ένας γκιώνης. Άλλο ένα τριζόνι. Το φεγγάρι κρύφτηκε πίσω από ένα τεράστιο κλαδί, αλλά το φως του ακόμα ασημίζει στο νερό της γούρνας. Χτύπησε δώδεκα φορές η μακρινή καμπάνα. Μεσάνυχτα. Περάστε δίπλα παρακαλούμε, στην αίθουσα των ονείρων. Καληνύχτα».

Στον Αίνο, με βροχή

«Η ομίχλη με εμποδίζει να προχωρήσω. Όχι τόσο αυτή που είναι γύρω μου, όσο αυτή που είναι μέσα μου. Ο χωματόδρομος που ανηφορίζει από τα Αργίνια είναι γλυκός και βατός αλλά μοιάζει με Γολγοθά, η μοτοσικλέτα αγκομαχάει έτσι «πνιγμένα» που την οδηγάω. Ο Αίνος, αυτό το ψηλό βουνό της Κεφαλονιάς, 1.627 μ. ψηλός, σκεπασμένος με ένα σπάνιο είδος ελάτου με σκουροπράσινο χρώμα και πυκνό άρωμα, όσο ανηφορίζω τόσο πιο όμορφος γίνεται. 4 χλμ. μετά από τα Αργίνια έφτασα στη βάση της πλαγιάς, που τη λένε Κομπουλιέρη, και στη διασταύρωση αποφάσισα να αποτυπώσω πρώτα τη δεξιά κατεύθυνση. Η ομίχλη εξακολουθεί να σκεπάζει τα πάντα. Λίγο παρακάτω, σχεδόν 3 χλμ., βρήκα το δρόμο που ανηφορίζει από τη βόρεια πλαγιά του βουνού και τον ακολούθησα. Ο δρόμος αυτός, βατός, μέσα στα έλατα, προσεγγίζει την ψηλότερη κορυφή του βουνού από τα ανατολικά, και από κει ακολουθεί την κορυφογραμμή προς τα βορειοδυτικά διασχίζοντας όλο τον Εθνικό Δρυμό Αίνου. Φτάνοντας στο διάσελο, καθώς πέρναγα στη νότια πλευρά του Αίνου, βγήκα ξαφνικά από το πηχτό άσπρο σύννεφο και αντίκρισα μια μαγική εικόνα με έντονα μπλε, γαλάζια και ασημένια χρώματα: το απέραντο πέλαγος και έναν ορίζοντα στολισμένο με τις δαντελωτές ακτές της Ζακύνθου και τις βουνοκορφές της Πελοποννήσου. Κατέβηκα από τη μοτοσικλέτα, έβγαλα το κράνος και άφησα το αεράκι να με δροσίσει. Είχα πολύ έντονα την αίσθηση ότι το ίδιο αυτό αεράκι διαπερνούσε το δερμάτινο μπουφάν, εισχωρούσε από τους πόρους του δέρματος και έφτανε ώς τη ψυχή μου, διώχνοντας και από κει την "ομίχλη". Να θυμηθώ να σημειώσω αυτόν το δρόμο με πράσινο στον χάρτη. Και να θυμάμαι να προχωράω μέσα από τη θολούρα, να μη σταματάω, μέχρι να βγω στον ανοιχτό ουρανό...»

Στο εκκλησάκι που το λένε Αγία Άννα, στη Σαντορίνη

«Άδειο το νησί, ακόμα και από τους κατοίκους του. Οι άνθρωποι έκλεισαν τα μπαρ, τα εστιατόρια και τα ξενοδοχεία τους, και πήγαν να γλεντήσουν τα κέρδη τους σε άλλες γωνιές του πλανήτη, εκεί που τώρα είναι καλοκαίρι. Μη έχοντας άλλη επιλογή, τα βράδια μένω στο ξωκλησάκι της Αγίας Άννας, που είναι μόνο του στην ερημιά ανάμεσα Ακρωτήρι και Εμπορειό. Ο καιρός είναι γλυκός και κοιμάμαι πάνω στο ταρατσάκι του, με θέα τις ακρογιαλιές στα νότια. Έχει και δροσερό κρυστάλλινο νερό από στέρνα, και μια αστεία επιγραφή που μου φτιάχνει το κέφι κάθε που πίνω νερό («Περαστικέ σαν πιεις νερό / απ' τούτο το στερνάκι / αφού θα πεις ευχαριστώ / κλείσε και το καπάκι!»). Ο σκυλάκος που μου κάνει συντροφιά, παρατημένος από το αφεντικό του, μοιάζει να είναι το μόνο ζωντανό πλάσμα σε τούτη τη γωνιά του νησιού. Χαρτογράφησα όλη τη Σαντορίνη σε δέκα μέρες, περπάτησα όλα τα μονοπάτια της και οδήγησα όλους τους δρόμους της, και σχεδόν δεν συνάντησα ψυχή στο δρόμο. Η θάλασσα είναι ακόμα ζεστή και ο αδύναμος ήλιος καταφέρνει ακόμα να ζεσταίνει τα μαύρα βότσαλα της παραλίας στο Καμάρι. Πέντε χιλιόμετρα ακτή ώς το Μονόλιθο, όλα δικά μου! Ερημική Σαντορίνη. Μπορείς να μελαγχολήσεις. Αλλά μπορείς και να κάνεις ό,τι σου κατεβεί στο κεφάλι και να μη δίνεις λογαριασμό σε κανέναν».

Στα Αστερούσια Όρη

Δεκέμβρης. Μου είπες να είμαι σπίτι για τις γιορτές. «Είναι πολύς καιρός που λείπω, έχεις δίκιο. Είκοσι μήνες, σχεδόν δύο χρόνια! Όμως τελείωσα. Αποφάσισα να ονομάσω το βιβλίο "Ανεξερεύνητη Κρήτη", γιατί αυτή την αίσθηση είχα διαρκώς, σε κάθε στροφή του δρόμου, σε κάθε ορεινό χωριό, σε κάθε αμμουδερό μυχό όπου κατέληγε ο χωματόδρομος. Οι ωραίοι άνθρωποι που γνώρισα, οι μαγικές ιστορίες που κατέγραψα στο κασετοφωνάκι μου, οι φωτογραφίες που τράβηξα... πώς θα χωρέσουν όλα αυτά σ' ένα βιβλίο; Όλα μαγικά, όλα καινούρια, όλα ανεξερεύνητα! Ακόμα και για τούτο το βουνό που το 'χα αφήσει για το τέλος, τα Αστερούσια Όρη, θα άξιζε να γράψω έναν οδηγό μόνο γι' αυτό! Νομίζω πως δεν έχω οδηγήσει ωραιότερη χωμάτινη διαδρομή από τη σημερινή, από την Κουμάσα στα Καπετανιανά και από κει στην παραθαλάσσια Μονή Κουδουμά. Ο άνεμος του πελάγους που σκάει με ορμή πάνω στη βουνοπλαγιά έχει δώσει στα λιγοστά πεύκα σχήματα ανθρώπων που γέρνουν για να προστατευτούν από τη μανία των στοιχείων της φύσης. Η θέα από δω πάνω απλώνεται από τα Λευκά Όρη στα δυτικά ώς τα λασιθιώτικα βουνά στην ανατολή! Τώρα έχω στήσει τη σκηνή μου στην παραλία δίπλα στο μοναστήρι, και όλα μοιάζουν σαν βγαλμένα από παραμύθι. Το Λιβυκό έχει το άρωμα δροσερής αφρικάνικης νύχτας, ο γερο-ηγούμενος του μοναστηριού ψέλνει μόνος του στην αυλή και οι ύμνοι του ακούγονται ώς εδώ, μπερδεμένοι με το φλοίσβο των κυμάτων. Τώρα που τελείωσε το πρώτο μεγάλο ταξίδι μου ανακάλυψα πολλά για τον τόπο, αλλά ανακάλυψα και κάτι ακόμα πιο πολύτιμο - πώς να κινείσαι μέσα στον τόπο. Ανακάλυψα ότι οι καλύτερες αποσκευές είναι αυτές που δεν πήρα. Είναι τα πράγματα που δεν μου έγιναν βάρος. Είναι οι ευκολίες και οι συνήθειες που εγκατέλειψα για να μη μου στερήσουν τη χαρά του καινούριου. Είναι το σπίτι μου, που το άφησα πίσω. Είναι η συσκευασμένη, προκατασκευασμένη κολόνια που θα αλλοίωνε το άρωμα του ταξιδιού. Τώρα καταλαβαίνω ότι ο καλός ταξιδιώτης είναι ο ταξιδιώτης με μία και μοναδική βαλίτσα -την ψυχή του-, που τη γεμίζει με τους θησαυρούς που συναντά σε κάθε του βήμα. Στερήθηκα για να αποκτήσω. Εγκατέλειψα για να συναντήσω. Άδειασα για να γεμίσω. Η απουσία σου ήταν η αιτία για τόσες και τόσες παρουσίες. Όμως μην ανησυχείς, σε λίγες μέρες θα 'μαι πίσω...»