Πήραμε το τρένο από το Τελ Αβίβ και φτάσαμε στην πόλη Άσκελον. Είχαμε ήδη παραγγελίες από τους φίλους του Κρις να τους πάμε τσιγάρα και αλκοόλ. Εγώ κουβαλούσα τέσσερα μπουκάλια ουίσκι και εννιά πακέτα τσιγάρα και ο Κρις τρία μπουκάλια βότκα και τα ρούχα μας. Στο εμπορικό κέντρο της Άσκελον συνειδητοποιήσαμε ότι πεινάμε και κάτσαμε να πάρουμε πρωινό. Είχαμε ξεκινήσει ήδη από τις 06:00. Η σερβιτόρα ήταν από τις λίγες ευγενικές σερβιτόρες που είχαμε συναντήσει μέχρι τώρα στο ταξίδι μας στο Ισραήλ και στη Δυτική Όχθη. Φάγαμε, καπνίσαμε από ένα τσιγάρο ο καθένας και πήραμε το πρώτο ταξί που βρέθηκε μπροστά μας, με προορισμό το συνοριακό φυλάκιο Έρετζ.

Γιατί θέλαμε να πάμε στη Γάζα, ήταν η πρώτη ερώτηση του οδηγού. Ο Κρις πάτησε το κουμπάκι και έπαιξε η χιλιοπαιγμένη κασέτα όπου εξηγούσε ότι δούλευε εκεί ήδη τέσσερις μήνες για το Παλαιστινιακό Κέντρο Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και ότι τώρα πηγαίναμε να κανονίσουμε κάτι τελευταίες λεπτομέρειες. Ο Ισραηλινός οδηγός, που σίγουρα δεν είχε πατήσει ποτέ το πόδι του στη Γάζα κατόπιν απαγόρευσης εισόδου από τις ισραηλινές Αρχές για όλους τους Ισραηλινούς πολίτες, επαναλάμβανε πόσο επικίνδυνα ήταν και πόσοι άνθρωποι πεθαίνουν εκεί κάθε μέρα. Ο Κρις ήξερε καλά πως αυτό δεν ήταν ποτέ πρόβλημα, μιας και όλες οι επιθέσεις και από τις δύο μεριές έχουν στόχους στρατιωτικούς, έξω από τα σύνορα των πόλεων ή στα προσφυγικά καταλύματα, αλλά πού να του εξηγήσει τώρα... Το ταξί μας άφησε έξω από την κεντρική πύλη, μας ευχήθηκε καλή τύχη και έφυγε.

Το συνοριακό φυλάκιο Έρετζ θυμίζει μικρό αεροδρόμιο. Αρχίσαμε να περπατάμε προς την έξοδο από το φυλάκιο Έρετζ. Αυτό σημαίνει ότι μετά από ένα χιλιόμετρο περπάτημα, θα βρισκόμασταν σε παλαιστινιακό έδαφος. Μια γυναίκα βρέθηκε να περπατάει μαζί μας φορτωμένη πράγματα και φανερά εξουθενωμένη. Τη βοηθήσαμε να περάσει τις δύο υπέρογκες βαλίτσες της από τις πόρτες μέχρι το σημείο όπου Παλαιστίνιοι αχθοφόροι περίμεναν όσους έφταναν.

Μπαίνουμε σε ταξί για να πάμε στην πόλη της Γάζας. Όλες οι μεταφορές γενικά εδώ γίνονται με ταξί. Φτηνό μέσο και δίνει δουλειά σε πολύ κόσμο. Καθώς φτάνουμε στην πόλη της Γάζας, δεν βλέπω αυτό που περίμενα. Η πόλη δεν είναι γεμάτη από ανθρώπους με όπλα, δεν βλέπω παιδάκια να πεινάνε στο δρόμο, ούτε μια πόλη μισογκρεμισμένη. Αντιθέτως, ο ήλιος λάμπει και όλοι είναι έξω. Κάρα με γαϊδουράκια φορτωμένα λαχανικά, τα συνεργεία αυτοκινήτων δουλεύουν πυρετωδώς, παππούδες που παίζουν τάβλι και γυναίκες με ψώνια. Βεβαίως, το γεγονός ότι τόσος κόσμος είναι έξω τέτοια ώρα σημαίνει ότι δεν έχουν τίποτα καλύτερο να κάνουν, δηλαδή δεν δουλεύουν.

Φτάνουμε στο σπίτι του Σάμι, ενός φίλου του Κρις όπου και θα μείνουμε για τις υπόλοιπες τρεις μέρες. Μας υποδέχεται η γυναίκα του, η Νάζλα. Μας συνοδεύει στο διαμέρισμά τους, στο δεύτερο όροφο μιας οικογενειακής πολυκατοικίας σε μια γειτονιά όπου μένουν άνθρωποι τουΟΗΕ και άλλων διεθνών οργανώσεων, σαν να λέμε η «ασφαλής» γειτονιά, μια προστατευμένη φούσκα μέσα στην πόλη της Γάζας.

Η τηλεόραση είναι πάντα ανοιχτή και πάντα στο σταθμό Al Jazeera ή στο Al Jazeera International. Τσάι, ελιές και χούμους με πίτα για τα καλωσορίσματα είναι ήδη στο τραπέζι. Το διαμέρισμα είναι τεράστιο και αμέσως καταλαβαίνω ότι θα μείνω με τους λίγους προνομιούχους της Γάζας, την ελίτ. Έχει πάει ήδη αργά και η Νάζλα προτείνει να πάμε για δείπνο στο εστιατόριο του ξενοδοχείου Al Deira, στέκι των δημοσιογράφων, των υπαλλήλων ΜΚΟ και γενικά από τα λίγα μέρη όπου γυναίκες και άντρες μπορούν να κάτσουν μαζί στο ίδιο τραπέζι χωρίς να ανησυχούν.

Γνωρίζω την όμορφη Σάφα, τον Τάμερ και τον Χαλίλ, όλοι με τουλάχιστον μεταπτυχιακά στο εξωτερικό από τον καιρό που ακόμα μπορούσαν να φύγουν από τη Γάζα. Απολαύσαμε τον καφέ και το ναργιλέ μας και μετά από μια ώρα ήρθε ο Σάμι και μας πήγε σπίτι.

Ένα από τα μπουκάλια ουίσκι που είχαμε μαζί μας προοριζόταν για τον Σάμι. Αρχίσαμε να πίνουμε και ο κόσμος να έρχεται. Τρεις φίλοι του Σάμι: ένας Αλγερινός δημοσιογράφος, ο Καρίμ, μία Βρετανίδα υπάλληλος του Παλαιστινιακού Κέντρου Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων, η Λουίζα, και ο νομικός σύμβουλός τους, ο Ιμπραΐμ. Ήπιαμε, μιλήσαμε για τι άλλο, την κατάσταση στη Γάζα, και ξαφνικά ακούω ένα γνώριμο τραγούδι: Antique στη Eurovision. Έπειτα Σφακιανάκης! Όλοι σηκώθηκαν κι άρχισαν να χορεύουν! Όχι μόνο ελληνικά τραγούδια αλλά και αραβικά. Πολύ ωραία, πολύ ζωντανά...

Η επόμενη μέρα ήταν παραμονή πρωτοχρονιάς. Κάπου υπήρχε πάρτι και εννοείται ότι ήμαστε καλεσμένοι. Το σπίτι ήταν στα περίχωρα της πόλης της Γάζας με πολύ στενή φρούρηση από τη Χαμάς. Κάθε χιλιόμετρο είχε και φυλάκιο στο δρόμο. Άλλοι σταματούσαν αυτοκίνητα, άλλοι όχι. Με όπλα και κουκούλες επίσης. Δύο μπουκάλια από αυτά που φέραμε προορίζονταν γι' αυτό το πάρτι και έφυγαν στις πρώτες δύο ώρες. Ήμαστε και δεκαπέντε άτομα! Χορεύαμε όλο το βράδυ, άλλοι μεθύσανε και δεν έλεγχαν της κινήσεις τους, οπότε είχαμε και δωρεάν θέαμα. Με το που μπαίνει ο καινούργιος χρόνος όλοι αγκαλιάζονταν και φιλιόντουσαν και ευχόντουσαν να τελειώσει αυτό το μαρτύριο επιτέλους.

Το πάρτι τελείωσε κατά τις 4 το πρωί και έπρεπε όσοι είχαμε μείνει να χωρέσουμε σε τρία αυτοκίνητα. Εγώ ήμουν στο πρώτο αυτοκίνητο. Κάναμε τον κύκλο για να μην πέσουμε σε μπλόκο, αλλά τα δύο αυτοκίνητα πίσω μας πήγαν από την κανονική διαδρομή... και τους σταμάτησαν. Το κακό είναι ότι πριν από τη Χαμάς, οι Παλαιστίνιοι, αν και μουσουλμάνοι, ήταν οι πιο φιλελεύθεροι σε όλο τον αραβικό κόσμο. Αλλά τώρα με τη Χαμάς, το αλκοόλ είναι ανήθικο, χώρια της έλλειψης που υπάρχει εξαιτίας του κλεισίματος των συνόρων.

Ο γιατρός Ιχάντ είχε τα γενέθλιά του την 1η Ιανουαρίου. Πήγαμε νωρίς στο σπίτι του γιατρού να του ευχηθούμε χρόνια πολλά και να μας κεράσουν. Άλλο ένα μπουκάλι βότκα! Αλήθεια, είμαι φοιτήτρια, 26 χρονών και τόσο πάρτι και αλκοόλ στη ζωή μου δεν έχω ξαναπιεί συνεχόμενα... Και το χειρότερο ήταν ότι την επόμενη μέρα είχα εγώ γενέθλια και ο Ιμπραΐμ! Διπλό πάρτι, τι καλύτερο! Ανάμεσα στο τρίτο και τέταρτο ποτό, ο Σάμι είπε ότι καλά έκανε που φέτος επέμεινε να γιορτάσουν τα γενέθλια του Ιχάντ και του Ιμπραΐμ, γιατί πέρυσι που δεν έκαναν τίποτα η χρονιά πήγε κατά διαόλου. Φάγαμε, ήπιαμε και τραγούδησα στον Ιχάντ χρόνια πολλά στα ελληνικά. Συγκινήθηκε...

Αλλά λίγο ιστορικό πρώτα: Η Νάζλα είναι 27 και ο Σάμι 35-36. Ο Σάμι (μπουκιά και συγχώριο) είναι ανιψιός ενός από τους πιο σημαντικούς ανθρώπους στην ιστορία αυτής της διαμάχης, του Χάιντερ Αμπντέλ Σάφι, και γιος σεβαστού αρχίατρου του νοσοκομείου της Γάζας. Έζησε 10 χρόνια στο Σαν Φρανσίσκο όπου και δούλευε στη Σίλικον Βάλεϊ ως προγραμματιστής. Η Νάζλα είναι κόρη του πρώην δημάρχου της Γάζας και η μητέρα της είναι μέλος του κοινοβουλίου, αριστερή και ανεξάρτητη.

Κανονικά είχαμε πει ότι την ημέρα των γενεθλίων μου θα φεύγαμε για την Ιορδανία. Δεν ήθελα να φύγω ακόμη. Είχα να δω και να μυρίσω ακόμη πολλά. Καταλήξαμε να μείνουμε στη Λωρίδα της Γάζας μέχρι το τέλος του ταξιδιού μας. Το πρωί των γενεθλίων μου κανονίσαμε να κάνουμε το γύρο της Λωρίδας με έναν οδηγό ταξί, φίλο του Σάμι. Πολύ καλός άνθρωπος και τσαμπουκάς.

Έλεγε συνεχώς ότι έχει φωτογραφική μνήμη, ότι δεν ξεχνάει πρόσωπα ούτε αριθμούς. Και ρίχνει την κεραμίδα, «δεν θα ξεχάσω ποτέ τη σκηνή όταν είδα όλη μου την οικογένεια διαμελισμένη. Τον πατέρα μου, τη μητέρα μου και τα ξαδέρφια μου. Μερικές φορές εύχομαι να μπορούσα να ξεχάσω, αλλά είναι αδύνατον». Το 2006, σε μια από τις επιδρομές ισραηλινών αεροπλάνων, το σπίτι του βομβαρδίστηκε «κατά λάθος» και όλη του η οικογένειά σκοτώθηκε. Δέκα λεπτά αφού βγήκε από το σπίτι του για να πάει στη δουλειά...

Μας πήγε από τη μεριά της θάλασσας μέχρι το νοτιότερο σημείο της Λωρίδας της Γάζας. Τρία μέρη έχει σημασία να αναφέρω: Η περιοχή Αλ Μαουάσι, η πόλη Καν Γιούνιςκαι τα σύνορα με την Αίγυπτο στη Ράφα. Η Αλ Μαουάσι είναι μια περιοχή στην οποία οι Ισραηλινοί ξεκίνησαν να χτίζουν εξοχικές κατοικίες για τους αποίκους, κάτι σαν καλοκαιρινό θέρετρο για να πηγαίνουν εκεί για τις διακοπές τους. Αφού καθάρισαν όλους τους Παλαιστίνιους από την ευρύτερη περιοχή, πήραν καλλιέργειες, κατοικίες και δρόμους, αποφάσισαν το 2006 να παραδώσουν τη Λωρίδα της Γάζας πίσω στους Παλαιστίνιους, ξεριζώνοντας αυτή τη φορά τους δικούς τους και αφήνοντας πίσω τους μισοτελειωμένα έργα, απαλλοτριωμένες εκτάσεις και κατεστραμμένα εδάφη. Αυτήν τη στιγμή ζουν σε αυτή την περιοχή αναρίθμητες οικογένειες στη φτώχεια. Όχι στο όριο της φτώχειας, στη φτώχεια. Μιας και τα σύνορα είναι κλειστά και τα αγαθά μπαίνουν στη Γάζα με το σταγονόμετρο, το μόνο που μπορούν αυτοί οι άνθρωποι να κάνουν είναι να καλλιεργούν πατάτες, μαρούλια και τα τελείως εύκολα προϊόντα, ανταλλάσσοντάς τα με καλλιέργειες γειτόνων για να υπάρξει μια ισορροπία στη διατροφή.

Επόμενη στάση, η πόλη Καν Γιούνις. Εκεί ξεκίνησε η δεύτερη Ιντιφάντα. Είναι μια πόλη ταλαιπωρημένη, σε πολύ άσχημη κατάσταση, δεν υπάρχουν δουλειές, αποχετευτικό σύστημα και καμία υποδομή. Μόνο φτώχεια, απόγνωση και οργή για την κατάσταση στην οποία τους έχουν φέρει οι Ισραηλινοί. Το πιο θλιβερό απ' όλα ήταν που άνθρωποι ακόμη μένουν εκεί. Έχουν βάλει σεντόνια και πανιά στα παράθυρα για το κρύο και μένουν εκεί!

Πρέπει να ήταν μία εβδομάδα πριν έρθω στη Μέση Ανατολή, όταν 2000 προσκυνητές από τη Γάζα αποκλείστηκαν έξω από τα σύνορα της Ράφα, τα οποία έκλεισαν όταν ακόμη αυτοί ήταν στο δρόμο για τη Μέκκα. Μέχρι την ημέρα που πήγαμε στη Ράφα ήταν ακόμη έξω από τα σύνορα σε σκηνές και αντίσκηνα, με τις ανθρωπιστικές οργανώσεις να τους φέρνουν νερό και τροφή.

Υπάρχει μια πύλη από τη μεριά της Γάζας, ουδέτερη ζώνη για 700 μέτρα και μετά η πύλη του συνόρου με την Αίγυπτο. Οι προσκυνητές ήταν στη μεριά της Αιγύπτου. Μετά από συνομιλίες με στρατιώτες και δημοσιογράφους που είχαν ήδη μαζευτεί εκεί, μάθαμε ότι η Χαμάς ετοιμαζόταν να ανοίξει την πύλη με τη βία αν για άλλη μια μέρα δεν τους άνοιγαν. Μέσα σε δέκα λεπτά πάνω από 500 άνθρωποι και 10-15 λεωφορεία είχαν κατακλύσει τα σύνορα, περιμένοντας την είσοδο των προσκυνητών. Θα άνοιγαν τις πύλες εκείνη την ημέρα! Η εντολή είχε έρθει και τα λεωφορεία περίμεναν να τους μεταφέρουν στα σπίτια τους. Η Χαμάς, η ισλαμική Τζιχάντ και άλλες οργανώσεις είχαν καταφτάσει με αυτοκίνητα και πανό, διαμαρτυρόμενοι διακριτικά και γεμάτοι χαρά.

Το ίδιο βράδυ είχαμε το πάρτι για τα διπλά γενέθλια: τα δικά μου και του Ιμπραΐμ. Για άλλη μια φορά, ήπιαμε και χορέψαμε με την καρδιά μας. Όταν ήρθε η ώρα να σβήσουμε τα κεριά, ξανατραγούδησα το ελληνικό τραγούδι γενεθλίων για τον Ιμπραΐμ κατόπιν παραγγελιάς του γιατρού Ιχάντ. Μου ζήτησαν να πω κι άλλο ένα τραγούδι, ένα ελληνικό, όποιο ήθελα. Το πρώτο τραγούδι που μου ήρθε στο μυαλό ήταν το τραγούδι του Ξαρχάκου «Καίγομαι». Τους το τραγούδησα, μου ζήτησαν μετάφραση. Όταν ο γιατρός Ιχάντ άκουσε τους στίχους, με αγκάλιασε. Έπειτα με αγκάλιασε η γυναίκα του Ιμπραΐμ, η Μόνα, η οποία πρέπει να έχει την ωραιότερη φωνή που έχω ακούσει μετά από την Άνι Λένοξ!

Την ημέρα που φύγαμε, η ατμόσφαιρα από το πρωί ήταν βαριά. Τα χαμόγελα ήταν αμήχανα και υπήρχε ένας κόμπος στο λαιμό μου. Μας κατέβασαν στην είσοδο, αγκαλιαστήκαμε και υποσχεθήκαμε ότι θα ξαναβρισκόμασταν... κάπου στη Γη...