Έφτιαξα το μπλογκ μου στις 2 Απριλίου του 2005. Το Μάιο έλαβα ένα mail από τον κ. Κυριάκο Αθανασιάδη - είναι συγγραφέας και εργαζόταν ως επιμελητής στις εκδόσεις Gutenberg. Τα λόγια του κ. Αθανασιάδη για τα κείμενά μου ήταν πολύ κολακευτικά και με προέτρεπε να γράψω ένα βιβλίο. Αρχικά, νόμιζα πως κάποιος μου έκανε πλάκα. Ήμουν στο σπίτι μιας φίλης μου -μέναμε μαζί εκείνες τις μέρες-, οπότε τη φώναξα για να το διαβάσει. Η φίλη μου με διαβεβαίωσε πως δεν είναι πλάκα, αφού η διεύθυνση του αποστολέα αποδείκνυε πως το mail είχε σταλεί από έναν εκδοτικό οίκο. Συνάντησα τον κ. Αθανασιάδη -έναν γλυκύτατο άνθρωπο- και προσπάθησε να με πείσει πως πρέπει να γράψω ένα μυθιστόρημα. Του απάντησα πως ποτέ δεν πρόκειται να γράψω σαν τους συγγραφείς που αγαπάω και -κατά συνέπεια- δεν υπήρχε κανένας λόγος να γράψω μυθιστόρημα. Επέμεινε, λέγοντάς μου πως δεν μου ζητάει να γράψω όπως αυτοί που αγαπάω, αλλά όπως μπορώ - το θεωρούσε αρκετό. Δεν με έπεισε, αλλά άρχισα να γράφω ένα μυθιστόρημα - πιο πολύ από περιέργεια, παρά επειδή πίστευα πως θα ήταν καλό. Βρίσκω τη γραφή εξαιρετικά διασκεδαστική.

Λίγο καιρό αργότερα, ένας δεύτερος εκδοτικός οίκος επικοινώνησε μαζί μου κι ένας ακόμα κύριος με διαβεβαίωσε πως γράφω πολύ όμορφα - ήθελε μάλιστα να μάθει αν έχω κάτι έτοιμο για έκδοση. Συνέχισα να γράφω, αλλά παράλληλα δούλευα πολλές ώρες - έγραφα πάντα κουρασμένος. Στις αρχές Δεκεμβρίου του 2005, έλαβα ένα mail από τον κ. Διονύση Μαραθιά. Μου εξέφραζε τον ενθουσιασμό του για τα κείμενά μου και ήθελε να συναντηθούμε. Ήμουν εξαιρετικά καχύποπτος απέναντί του - ειλικρινά, απορώ πως δεν με διαολόστειλε. Συναντηθήκαμε δυο τρεις μέρες πριν φύγει ο χρόνος στο καφέ Πόλις, πάνω από τη Στοά του Βιβλίου. Αν και έκανε κρύο, καθίσαμε έξω - είχα αποφασίσει πως, αν δεν μου άρεσε, θα το έβαζα στα πόδια. Στο καφέ Πόλις έδωσα πολλά ραντεβού με ανθρώπους από έντυπα και εκδοτικούς οίκους που ήθελαν να συναντηθούμε. Επειδή δεν ήξερα πώς ακριβώς ήταν οι άνθρωποι που θα συναντούσα, πήγαινα και ρωτούσα τους σερβιτόρους «Συγγνώμη, μήπως κάθεται κάπου ένας κύριος γύρω στα 50 μόνος του;» ή «Μήπως στο βάθος κάθεται μια ξανθιά κυρία γύρω στα 40 μόνη της;» - οι σερβιτόροι σίγουρα θα νόμιζαν πως κάνω βίζιτες.

Ο κ. Μαραθιάς -Διονύσης από δω και πέρα- μου είπε πως νόμιζε ότι ήμουν ο Στάθης Τσαγκαρουσιάνος. Δεν μου έκανε εντύπωση, γιατί όλοι νόμιζαν πως είμαι κάποιος γνωστός δημοσιογράφος. Μιλήσαμε αρκετή ώρα και κάποια στιγμή μου το πέταξε: «Τι θα έλεγες να εκδώσουμε σε βιβλίο τα κείμενα του μπλογκ σου;». «Ποιος θα αγοράσει ένα τέτοιο βιβλίο;» του είπα έκπληκτος. «Πολλοί» μου απάντησε. Του ζήτησα μια δυο μέρες να το σκεφτώ. Το συζήτησα με τους φίλους μου και όλοι μου είπαν να το κάνω γιατί δεν είχα τίποτα να χάσω. Τα κείμενα ήταν έτοιμα και εγώ ήμουν ο κανένας. Πριν προχωρήσω, ζήτησα τη γνώμη του κ. Φίλιππου Πυκνήπου έχει τις εκδόσεις Νάρκισσος. Τον Φίλιππο τον γνώριζα -έχω εξαιρετική αδυναμία στη μητέρα του-, αλλά φυσικά ο άνθρωπος δεν είχε ιδέα πως εγώ γράφω. Με ρώτησε γιατί δεν του είχα πει πως γράφω και του απάντησα πως αφενός δεν έγραφα και τίποτα της προκοπής και πως αφετέρου ο κόσμος έχει γεμίσει από ψώνια που νομίζουν πως είναι συγγραφείς. Ο Φίλιππος γνώριζε τον Διονύση από παλιά, μου είπε πως είναι καλός άνθρωπος, κι έτσι είπα στον Διονύση πως προχωράμε στην έκδοση του βιβλίου. Για να είμαι απόλυτα ειλικρινής, το μόνο που με ενδιέφερε ήταν να αφιερώσω ένα βιβλίο στον πατέρα μου. Η μισή ιστορία της ανθρωπότητας είναι οι γιοί που θέλουν να αποδείξουν στους πατεράδες τους πως δεν είναι εντελώς άχρηστοι. Θεωρώ πως το κορυφαίο θεατρικό έργο του περασμένου αιώνα είναι ο Θάνατος του Εμποράκου του Μίλερ - εκεί ο Μπιφ αρπάζει τον πατέρα του από τους ώμους και του λέει «Μπαμπά, είμαι ένα τίποτα, ένα τίποτα - αγάπησέ με».

Ο Διονύσης επέλεξε τα κείμενα και επιμελήθηκε την έκδοση του βιβλίου. Μου έκανε τη χάρη το εξώφυλλο να είναι όπως το ήθελα: μπλε με ένα ροζ μωρό. Στα κείμενα που είχε διαλέξει υπήρχε και μια προσωπική ιστορία, στην οποία είχα χρησιμοποιήσει τα αληθινά ονόματα - την είχα γράψει στο μπλογκ, έχοντας την εντύπωση πως δεν θα τη διαβάσει κανείς. Ζήτησα από τον Διονύση να την αφαιρέσει, αλλά του άρεσε πολύ. Έτσι, αλλάξαμε τα ονόματα. Επίσης, όσο καιρό ο Διονύσης ετοίμαζε το βιβλίο, τον ρωτούσα συνέχεια τι θα γίνει αν πέθαινε κάποιος απ' αυτούς που σατίριζα στα κείμενα. Ιδιαίτερα, είχα αγωνία για έναν κορυφαίο Έλληνα δημιουργό που μένει στη γειτονιά μου. Σκεφτόμουν πως θα ήταν μεγάλη αμαρτία να εκδοθεί ένα βιβλίο που θα σατιρίζει κάποιον που μόλις είχε πεθάνει. Τελικά, δεν πέθανε κανείς και το βιβλίο εκδόθηκε στις 27 Μαρτίου του 2006.

Συνάντησα τον Διονύση στο πεζοδρόμιο μπροστά από το Πανεπιστήμιο, για να δω το βιβλίο και να μου δώσει μερικά αντίτυπα. Άνοιξα το βιβλίο, βεβαιώθηκα πως η αφιέρωση ήταν στη θέση της, φίλησα τη σελίδα με την αφιέρωση, φίλησα τον Διονύση, πήρα τις δυο βαριές σακούλες με τα βιβλία στα χέρια και κατέβηκα στο μετρό για να επιστρέψω στο σπίτι. Ξαφνικά άλλαξα γνώμη και βγήκα από την άλλη πλευρά στην πλατεία Κοραή. Διέσχισα την οδό Σταδίου, την πλατεία Κλαυθμώνος, έστριψα αριστερά και μπήκα στην εκκλησία του Αγίου Γεωργίου Καρύτση. Αυτή ήταν η ιστορία ενός βιβλίου.

Υ.Γ. Δυο όμορφες νεαρές κοπέλες στην Πρωτοπορίαήταν οι πρώτοι άνθρωποι που είδα να αγοράζουν το βιβλίο μου - ήθελα να τις φιλήσω. Το καλοκαίρι του 2006, στο κατάστρωμα του πλοίου που με πήγαινε στη Νίσυρο, είδα μια κοπέλα να διαβάζει το βιβλίο - προσπάθησα να τη φωτογραφήσω, αλλά δεν τα κατάφερα, οπότε άρχισα να παίρνω τηλέφωνο όλους τους φίλους μου για να τους πω το νέο. Γέλασα πολύ όταν κατεβήκαμε μαζί με τον Διονύση στο υπόγειο τηςΠολιτείας και ένας ηλικωμένος κύριος -που γνωρίζει τον Διονύση εδώ και δεκαετίες- του είπε «Καλώς τον πιτσιρίκο!». Θέλω να ευχαριστήσω τον Διονύση Μαραθιά για την ψυχική ανακούφιση που μου χάρισε με την έκδοση του πρώτου βιβλίου.