O Γιώργος Δέδες είναι φύλακας στο Καραϊσκάκη εδώ και τέσσερα χρόνια. Από τότε που ανακατασκευάστηκε δηλαδή. Δουλεύει στο δωμάτιο ψηλά, με τις κάμερες ασφαλείας. Ο Big Brother του σταδίου. Εδώ ξενυχτάει τις νύχτες του καλοκαιριού. «Το κλιματιστικό γράφει 17 βαθμούς. Μια χαρά είναι εκεί πάνω. Και τα λεφτά μια χαρά. Δεν μπορώ να πω ότι πεινάω. Πάντα, όμως, ζητάς κάτι παραπάνω».

Έχει μια παράξενη ενέργεια το άδειο στάδιο τη νύχτα. Δεν ακούς κιχ, εκτός από το μακρινό βόμβο της πόλης. Κάτω από τους προβολείς ο τάπητας λάμπει, οι κόκκινες καρέκλες, ο διαυγής ουρανός. Εδώ που κάθε Κυριακή χιλιάδες άνθρωποι αφήνουν ποτάμια ενέργειας, τώρα είσαι μόνος, στη σιωπή, θεωρώντας επικίνδυνο οτιδήποτε κινείται. Πέρα, μακριά, οι φίλοι σου ζουν και αλητεύουν - είσαι ένας που έχει εξαιρεθεί από το καλοκαιρινό φαν.

Ο Γιώργος Δέδες είναι γέννημα θρέμμα της Νίκαιας. «Αγαπώ την περιοχή μου. Δεν θέλω να φύγω από εκεί. Αν και ξεπετάγονται πολυκατοικίες από παντού, παραμένει ακόμα γειτονιά». Ξεκίνησε από τα λογιστικά, δεν του βγήκε και μετά ακολούθησε η δουλεία του security. «Αν ήταν να δουλέψω σε εργοτάξιο δεν θα πήγαινα. Το γήπεδο με τράβηξε. Είμαι και τρελαμένος Ολυμπιακός».

Το ωράριο του φύλακα δεν είναι σταθερό. Υπάρχουν τρεις βάρδιες. Η καλύτερη είναι η νυχτερινή: «Έχεις την ηρεμία σου». Για πολλούς μοιάζει βάρβαρη και κουραστική η συγκεκριμένη δουλειά. Αλλά του Γιώργου του αρέσει: «Είναι ανάλογα με τον άνθρωπο. Για μένα, το καλό είναι πως δεν βαριέσαι ποτέ».

Το καλύτερο κομμάτι της δουλειάς «είναι οι αγώνες, ειδικά του Champions League. Μετά, όταν αδειάσει το γήπεδο από τους 40.000 οπαδούς, νιώθεις μια ηρεμία, μια γαλήνη». Του ‘ρχεται ποτέ στο άδειο γήπεδο να ρίξει κάνα σουτ; «Μου έχει περάσει αρκετές φορές από το νου, αλλά ποτέ δεν το κάνω. Συνήθως ακούω μουσική. Η μιλάω με κάνα συνάδελφο. Το ποδόσφαιρο σίγουρα είναι το νούμερο ένα θέμα. Βλέπουμε και το γήπεδο συνέχεια, οπότε μιλάμε για μπάλα. Τώρα, από κει και πέρα θα ειπωθούν κι άλλες αντρικές κουβέντες... Άμα “ζεις” εδώ μέσα, νιώθεις ότι είσαι και συ ένα γρανάζι της μηχανής. Δεν επηρεάζεις τις εξελίξεις, αλλά τις βιώνεις στο πετσί σου».

Στις 8 μέρες, οι δύο είναι ρεπό. «Καμιά μπαλίτσα και βόλτες. Πολλές βόλτες. Μου αρέσουν τα μεγάλα κλαμπ και τα μπουζούκια. Πηγαίνω και στο Αγκίστρι καμιά φορά απ’ όπου είναι και η καταγωγή μου». Τον Αύγουστο παίρνει την άδειά του. Κι από Σεπτέμβρη, είναι πάλι εδώ, στο άδειο γήπεδο, να περιμένει το πρώτο φως να σκάσει πάνω από τις κόκκινες θύρες.