Πάντα κάτι «μύριζε» στο Γκάζι. Την έψαχνε από παλιά τη φάση. Γειτονιά, διπλά στο κέντρο της Αθήνας, που είχε ακόμα μονοκατοικίες και μια μυρωδιά από γιασεμί. Το 1989 στην οδό Ιάκχου γίνεται η αρχή. Η Σοφία Σπυράτου με τις Ροέςξεκινάει μια από τις πρώτες οργανωμένες προσπάθειες πάνω στο χοροθέατρο. To 1999 εγκαινιάζεται ο μεγαλύτερος πολιτιστικός χώρος της πόλης, η Τεχνόπολιςτου Δήμου Αθηναίων, αξιοποιώντας σχεδόν επιτυχημένα το εργοστάσιο φωταερίου. Το Γενάρη του ίδιου έτους ανοίγει τοΓκαζάκι στην Τριπτολέμου. Ατού του η θέα από την ταράτσα και η, κατά καιρούς, καλή μουσική του. Λίγο μετά μπαίνει στο παιχνίδι και ένα άλλο μπαρ, το Νηπιαγωγείο. Σιγά σιγά τα πράγματα πήραν το δρόμο τους... Σήμερα μετράμε πάνω από 60 μαγαζιά βρώσης και πόσης, 20 θέατρα, 10-15 πάσης φύσεως μουσικές σκηνές, 1 θερινό σινεμά και 1 στριπτιτζάδικο.
 
Το Γκαζοχώρι «αγγίζει» το Μανχάταν και κάθε τετραγωνικό στοιχίζει όσο ένα αεροπορικό εισιτήριο πρώτης θέσης και δέκα μέρες διαμονή στο «Μεγάλο Μήλο»...   
 
Πίσω από κάθε αναπτυξιακή φρενίτιδα που πιάνει μια περιοχή υπάρχει η φήμη πως ομάδα πολιτικών, σε συνεργασία με επιχειρηματίες (η διαφθορά στο έπακρο), αγοράζει μια ολόκληρη περιοχή, ανεβάζει την πολιτιστική και νυχτόβια αξία της και ύστερα τη μοσχοπουλάει. Πέρα από τις θεωρίες συνομωσίας, το Γκάζι είναι η Χώρα στο νησί που λέγεται Αθήνα. Μια Χώρα που καθορίζει τη σύγχρονη ταυτότητα της πόλης και επιδιώκει να δώσει στυλ στους επισκέπτες της. Βασικό της σύνθημα: Βγάλε τον κόσμο έξω να κάθεται στο δρόμο. Μπορεί να δημιουργούν ένα εντυπωσιακό εσωτερικό ντεκόρ, αλλά στην ουσία στοχεύουν στο απέναντι πεζούλι. Να νιώθεις καλοκαίρι στο Αιγαίο και ας είσαι δίπλα στην Ομόνοια. Τα μάτια βρίσκονται συχνά, δεν ντρέπεσαι την πασαρέλα, αποκτάς συμπεριφορά τουρίστα, παίρνεις το ποτό σου από το ψιλo-μέταλAlley Cat, πας να δεις τι γίνεται στο στυλάτοAlmodobarκαι στο τέλος τρως και μια σαλάτα με αβοκάντο, κολοκύθι και γραβιέρα στην Κανέλα. Όλα σε απόσταση πέντε βημάτων.  
 
Δεν μπορείς να αποκαλείσαι ψαγμένος και νέος Αθηναίος αν δεν έχεις τσιλιμπουρδίσει ή ποζάρει με το ποτήρι στο χέρι έξω από το Hoxton.Για μια περίοδο θεωρήθηκε το απόλυτο «place to be» της πόλης. Δεν έχεις πάει Hoxton, δεν έχεις κάνει ρεπορτάζ με θέμα το Hoxton, δεν ξέρεις πού είναι το Hoxton; Ε τότε τι διάολο κάνεις σε αυτή την πόλη; Μετά ήρθε και η στάση του μετρό (μοιάζει να φτιάχτηκε για το Hoxton, αφού σε βγάζει ακριβώς στην πόρτα του) και το μαγαζί από μύθος έγινε θεσμός. Emo, τρέντιδες, περαστικοί, μανάδες, μπαμπάδες, γάτες και σκύλοι κάθονται ο ένας πάνω στον άλλο σε μια από τις πιο όμορφες και καινούργιες πλατείες της πόλης. Το Κ 44, πλασάροντας μια πιο loft διάθεση, προσπαθεί να γίνει χαλίφης στη θέση του χαλίφη, αλλά όσο το ρεύμα κυλάει προς το Γκάζι και η εναλλακτικότητα ευημερεί, κανείς από τους δύο (και τους 102 ακόμα) δεν θα αντιμετωπίσει πρόβλημα.
 
Η Περσεφόνης είναι ο δρόμος που συνδέει δύο λιμάνια. Πειραιά και Κωνσταντινούπολη (Πειραιώς και Κωνσταντινουπόλεως). Συνδέει ακόμα το ψάρι με το κρέας (SardellesκαιButcher Shop). Η κόρη της Δήμητρας, κυρά του κάτω κόσμου, συνδέει ακόμα το gothic (Closer) με το alternative (Mad) ενώ όλη η μεταμοντερνικότητα της νεοελληνικής ψυχής εξαντλείται στο Mamaca's. Θυμάμαι που μου μίλαγε όλο δέος η μαμάκα μου γι' αυτό όταν ήμουν ακόμα νιάνιαρο. Τώρα αμφιβάλλω αν θα ξέρει η έρμη ότι, εκτός από ένα φινετσάτο restaurant είναι και κλαμπ -ταμάμ για κάθε γιάπη- με σκεπή που   ανοιγοκλείνει όπως στα γήπεδα, συνδυάζει και την άρρυθμη house με τη μελαγχολία του Γιάννη Πλούταρχου.  
 
Το καφενεδοτσιπουρομεζεδό είναι μόδα που ξεκίνησε από του Ψυρρή και επεκτάθηκε στα νότια. Πριν από δύο χρόνια, αν περπατούσες στην οδό Δεκελέων, θα έβρισκες μόνο κάτι ξεχασμένα τούρκικα σουβλατζίδικα, κάνα δυο καφενεία για χαρτί και Nova και το Οινομαγειρείο, την υπόγα με το καταπληκτικό πολίτικο φαγητό που κάθε Κυριακή αναστάτωνε τη γειτονιά με τα κλαρίνα του. Σήμερα επικρατεί πανικός. Κάθε γωνιά και τραπεζάκι. Κάθε τραπεζάκι και μια εξιλέωση ενός αριστερού με κοτσίδα. Μπορώ να είμαι in, αλλά παράλληλα ξέρω και πως επιδρά ο κορπορατισμός στο συνδικαλιστικό χώρο. Από κει όλος ο συρφετός ξεχύνεται για την Τριπτολέμου. Δρόμος που διαφέρει από ένα μυκονιάτικο σοκάκι μόνο στο ότι δεν έχει πλακόστρωτο και δεν υπάρχουν καταστήματα με σουβενίρ. Κόσμος και ντουνιάς κάθε φάρας, ατάκτως ερριμένος, ψάχνει ολονυχτίς, μέσα στη μέθη και το socializing, σε ποιο γκαρσόνι πρέπει να πληρώσει και πού έχει αφήσει το πανωφόρι του. 
 
     Είναι αλήθεια πως οι ψυχαγωγικοί πυρήνες πολλαπλασιάζονται στην πόλη μας. Κεφαλάρι, Κολωνάκι, Ψυρρή, Εξάρχεια, Σύνταγμα, Μπουρνάζι, παραλία. Το Γκάζι προσπαθεί να κάνει τη διαφορά, συγκεντρώνοντας όλες τις φυλές και χωρίς να επικεντρώνει την άνοδό του στο κομμάτι της νυχτερινής διασκέδασης μόνο, αλλά και στην οικιστική ανάπλαση, αφού όλο και πιο πολλοί είναι αυτοί που «διώχνουν» τους μετανάστες, που ήταν και οι μόνιμοι κάτοικοι, για να μετακομίσουν στην περιοχή. Το στοίχημά του είναι να μη βουλιάξει στις μπουζουκερί, όπως έγινε στου Ψυρρή, και να διατηρήσει αυτό το φύρδην μίγδην προσώπων και αντιλήψεων. Να παραμείνει δηλαδή το νησί στο κέντρο της γκριζαρισμένης Αθήνας...