Κυριακή, τρεις το μεσημέρι

 

Αυτή η καταραμένη η κρίση τα αλλάζει όλα σιγά-σιγά -«καταραμένη» επειδή η λέξη κρίση σημαίνει εξορισμού κάτι κακό («η περίοδος ανωμαλίας με δυσχέρειες και κινδύνους» λέει το λεξικό, όσο να ’ναι δεν της ταιριάζει τόσο το «ευλογημένη»).

Μένω από το 2006 στην ίδια πολυκατοικία, 7 χρόνια και κάτι μήνες, και μόλις σήμερα συνειδητοποίησα ότι στην απέναντι όλα τα διαμερίσματα που βλέπω από την μπαλκονόπορτα της κουζίνας -και ήταν ξενοίκιαστα εδώ και τρία χρόνια- έχουν νοικιαστεί. Στον πρώτο όροφο μένει πια ένας πολύ παχουλός μαλλιαρός κύριος που κυκλοφορούσε όλη μέρα ημίγυμνος κι έπαιζε μπιλιάρδο με κάποιον επίσης ημίγυμνο νεαρό, που τον πέρασα στην αρχή για γυναίκα γιατί έχει ένα μαλλί μέχρι τη μέση (δεν μοιάζουν με πατέρα και γιο, αλλά μπορεί και να είναι). Στον δεύτερο μένει ένα νεαρό ζευγάρι με το παιδάκι τους που μόλις έχει αρχίσει να περπατάει, ανοιχτόχρωμοι, ανατολικοευρωπαίοι και ευπαρουσίαστοι (δεν τους βλέπω πολύ καλά επειδή έχω λίγη μυωπία).

Ο άντρας καθόταν όλη μέρα σε μία καρέκλα κι αγνάντευε το μπαλκόνι μου (μάλλον ήρθε η ώρα να βάλω κουρτίνα) και η γυναίκα μπαινόβγαινε συνέχεια, πότε για να του φέρει το παιδί και πότε για να του το πάρει.

Στα υπόγεια τριγύρω έχουν μετακομίσει σκουρόχρωμοι σε κάθε απόχρωση, πολλοί, όχι οι συνηθισμένοι πέντε-έξι που συνωστίζονταν σε ένα διαμέρισμα τέρμα θεού που δεν το έβλεπε ποτέ ο ήλιος. Η γειτονιά έχει ζωντανέψει και το καταλαβαίνεις και από τις μυρωδιές και από την πολυχρωμία, αλλά πιο πολύ από τους μεσημεριάτικους ήχους που για μία γειτονιά σαν τα Εξάρχεια είναι πρωτόγνωροι. Δηλαδή, μέχρι τώρα, και στα 7 χρόνια που ζω εδώ, δεν είχε τύχει να ακούσω ανθρώπους να κάνουν σεξ στις τρεις το μεσημέρι [με κραυγές που ξεκινούν σαν κορώνα σε γκόσπελ χορωδία και καταλήγουν σαν πριμαντόνας στην κορύφωση άριας, όχι αστεία].

Η πρώτη φορά ήταν την προηγούμενη Κυριακή τα μεσημέρι και σήμερα [πάλι Κυριακή] ήταν η δεύτερη.

 

Κυριακή, τρεις το μεσημέρι

 

Δεν με ενόχλησαν οι άνθρωποι, ο καθένας μπορεί να κάνει σεξ όποια ώρα του αρέσει, απλά μου έκανε εντύπωση που οι κραυγές ξένισαν τόσο πολύ τη γειτονιά ώστε σχεδόν όλοι βγήκαν στο μπαλκόνι να δουν τι γίνεται -και φυσικά, ως διακριτικοί άνθρωποι, μπήκαν πάλι μέσα και συνέχισαν το φαγητό τους. Την πρώτη φορά, σήμερα δεν βγήκε κανείς.

Πριν συνεχίσω πρέπει να πω ότι από την εμπειρία μου έχω καταλήξει ότι είναι μεγάλος μύθος αυτός που περιφέρεται ότι τα Εξάρχεια είναι μία προοδευτική γειτονιά με ανθρώπους που είναι ανεκτικοί και ανοιχτόμυαλοι. Είναι κι απ’ αυτό φυσικά, και μερικές φορές νομίζεις ότι ζεις σε ένα αλλιώτικο, πολιτισμένο σύμπαν όπου σέβονται την διαφορετικότητα και την στηρίζουν [χθες το βράδυ είχε στην Τσαμαδού ένα φεστιβαλάκι λεσβιακών ταινιών με την αγάπη να ξεχειλίζει απ’ το υπαίθριο «θεατράκι», διότι αγάπη ως γνωστόν είναι μόνο μία, με όποιον τρόπο κι αν γουστάρεις να την εκδηλώνεις], αλλά γενικά, τα Εξάρχεια είναι γεμάτα από ρατσιστές μικροαστούς που μέχρι πολύ πρόσφατα προτιμούσαν να έχουν άδεια διαμερίσματα παρά να τα νοικιάσουν σε ξένους. Το 2006 που έψαχνα για διαμέρισμα, στις πιο πολλές πολυκατοικίες ήταν όρος το να είσαι Έλληνας για να σου δείξει ο διαχειριστής το μπουντρούμι και με όποιους ιδιοκτήτες είχα μιλήσει τηλεφωνικά, ήθελαν να με δουν για να αποφασίσουν [«οι ξένοι έχουν αρχίσει να μιλάνε πολύ καλά ελληνικά» μου είχε πει ένας σκατόγερος που μου έκανε ανάκριση κανονική για να διαπιστώσει αν ήμουν ξένος ή φοιτητής και ήθελε να του δείξω και ταυτότητα].

Τα Εξάρχεια μέχρι και τη δεκαετία του 80 ήταν περιοχή-λουκούμι της αστικής τάξης και όταν άρχισε να μην είναι, όσοι δεν πούλησαν τα σπίτια τους για να πάνε μόνιμα στα βόρεια προάστια, τα νοίκιασαν κυρίως σε φοιτητές και έφυγαν να σωθούν (νοικιάζοντας αλλού).

 

Κυριακή, τρεις το μεσημέρι

 

Την εποχή που ήρθα στα Εξάρχεια ήταν πολύ δύσκολο να βρεις διαμέρισμα της προκοπής, υπήρχε μεγάλη ζήτηση και τα ενοίκια ήταν στα ύψη, και να ήθελε ο καημένος ο μεροκαματιάρης αλλοδαπός να νοικιάσει, δεν το άντεχε η τσέπη του. Και οι ηλικιωμένοι ιδιοκτήτες που έπαιρναν συντάξεις της προκοπής, προτιμούσαν να έχουν το διαμέρισμα άδειο παρά να τους το μολύνει κάποιος ξένος. Σήμερα που το χαράτσι το πληρώνεις είτε άδειο το έχεις είτε νοικιασμένο και οι συντάξεις έχουν γίνει πείνας, αναγκάζονται να κάνουν πέτρα την καρδιά και να βάλουν αλλοδαπούς στο σπιτικό τους. Με ενοίκια λογικά, βρίσκεις τριάρι με 300 ευρώ και δυάρι με 200. Έτσι, μετά τους Κινέζους που νοίκιασαν το νεοκλασικό στον πεζόδρομο, άρχισαν να εμφανίζονται ινδοί, αφρικανοί, πακιστανοί και μεσανατολίτες, ολόκληρες οικογένειες, με γυναίκες με πολύχρωμα τσαντόρ που κάνουν τη γειτονιά σχεδόν κοσμοπολίτικη. Και όμορφη. Και το ότι ακούς ένα ζευγάρι αφρικανών να ερωτοτροπεί στις τρεις το μεσημέρι είναι ένδειξη χαράς, σου ανοίγει λίγο η ψυχή, το ίδιο και το πιάνο που παίζει ο απέναντι Ρώσος και οι μυρωδιές των Κινέζων. Αυτή η αλλαγή είναι ένα βήμα πιο μπροστά, όχι το σεξ και το πιάνο, αλλά το ότι η ανάγκη κάνει λιγότερο μίζερους τους ανθρώπους. Με το ζόρι.

 

Θα δείξει…