Η Patrizia Sandretto Re Rebaudengoείναι μια από τις πρώτες δυναμικές Ευρωπαίες συλλέκτριες σύγχρονης τέχνης που έθεσε τα έργα της σε «κοινή και τακτική διαθεσιμότητα» μέσα από το κέντρο που ίδρυσε κοντά στο Τορίνο το 1995. Δύο χρόνια μετά το Ίδρυμα βρήκε στέγη σε ένα τυπικό ιταλικό παλάτι του 18ου αιώνα στην Guarene d'Alba. Σύντομα, από αυτήν τη μικρή πόλη και μέσα από τις πρώτες κιόλας εκθέσεις που έγιναν στο πλαίσιο του βραβείου Premio Regione Piemonte(το καθιέρωσε το ίδιο το Ίδρυμα), η Fondazione Sandretto άρχισε να συμβάλλει στην εξέλιξη της ιστοριογράφησης της σύγχρονης τέχνης. Παρουσίαζε καλλιτέχνες όπως οι Doug Aitken, Vanessa Beecroft, Maurizio Cattelan, Shirin Neshat που εκείνη την εποχή δεν είχαν ακόμη αποκτήσει με τίποτα την σημερινή τους φήμη. «Ο Tobias Rehberger και ο Mark Dion ήταν από τους πρώτους καλλιτέχνες που κέρδισαν το βραβείο. Άγνωστοι σχεδόν τότε στο ευρύ κοινό, σύντομα καταλάβαμε πως ένα βραβείο ήταν από τους πιο κατάλληλους τρόπους για να διαδοθεί αποτελεσματικά το έργο ενός καλλιτέχνη στην αρχή της καριέρας του» εξηγεί η Patrizia Sandretto Re Rebaudengo.

Από το 2001 το Ίδρυμα επεκτάθηκε σε ένα παλιό εργοστάσιο εξαρτημάτων αυτοκινήτων στη βιομηχανική περιοχή του San Paolo στο Τορίνο. Με 1.500 τετραγωνικά μέτρα εκθεσιακό χώρο, μεγάλο αμφιθέατρο, εστιατόριο, καφέ, βιβλιοθήκη, ειδικό χώρο εκπαιδευτικών προγραμμάτων (ένα πολύ σημαντικό κεφάλαιο για το Ίδρυμα) η Fondazione Sandreto μπορεί πια να πραγματοποιήσει όχι μόνο ένα διεθνούς βεληνεκούς εκθεσιακό πρόγραμμα -ανεξάρτητο από τη συλλογή- αλλά και να χαράξει μια πολιτιστική στρατηγική για τη διάδοση της τέχνης, έτσι όπως την οραματίστηκε η Patrizia Sandretto Re Rebaudengo και την ανέπτυξε σε στενή συνεργασία με τον Fransesco Bonami, διευθυντή του Ιδρύματος. «Ήθελα να δημιουργήσω κάτι περισσότερο από ένα μουσείο ή μια συλλογή με το όνομά μου φαρδύ πλατύ. Ήθελα ένα ζωντανό χώρο για όλους, όπου μπορεί κανείς όχι μόνο να δει μια έκθεση αλλά και απλά να κάνει μια βόλτα στο κτίριο, να μπει να αγοράσει ένα βιβλίο, να φάει ή να πιει ένα καφέ. Από την αρχή ήθελα ένα χώρο ανοιχτό σε όλους και για όποια χρήση αποφασίσει ο επισκέπτης, έτσι ώστε να έρθει ο κόσμος πιο κοντά στην τέχνη». Ακόμη και εάν αυτό ακούγεται σε ορισμένους σαν ένα ρομαντικό όνειρο θερινής νυκτός, η Patrizia Sandretto Re Rebaudengo μου εξηγεί πως στην αρχή οι κάτοικοι της περιοχής θύμωσαν πολύ και έκαναν μέχρι και απεργίες προκειμένου να σταματήσουν το εγχείρημα που τους έδινε την εντύπωση ότι έχει προσγειωθεί στη γειτονιά τους ένας ιπτάμενος δίσκος... «Η άγνοια δημιουργεί υποψίες». Ύστερα όμως από μεγάλη προσπάθεια επικοινωνίας με τους γείτονες (και όχι μόνο), τελικά το αγκάλιασαν και το θεωρούν πολύ περισσότερο κομμάτι τους. «Δεν είναι λίγοι αυτοί που έρχονται στα δωρεάν σεμινάρια για τη σύγχρονη τέχνη που κάνουμε στο Ίδρυμα. Και όχι μόνο νέοι αλλά και πολίτες τρίτης ηλικίας και αυτό είναι θαυμάσιο» μου λέει. Τονίζει πως τίποτα δεν υπήρξε πιο ενθαρρυντικό από έναν αρχισυνδικαλιστή της περιοχής που την επισκέφθηκε σε μια από τις πρώτες εκθέσεις και την κέρασε ένα καφέ ευχαριστώντας την γι' αυτό που είχε κάνει στην περιοχή με τηνFonsazione Sadretto Re Rebaudengo. Της είπε χαρακτηριστικά «Ευχαριστώ. Τώρα πια καταλαβαίνω ότι δεν κορόιδευες. Πραγματικά το Ίδρυμα το έφτιαξες για εμάς».

Τη ρωτάω αν γνωριζόταν με τον Bonami πριν γίνει καλλιτεχνικός διευθυντής της Μπιενάλε της Βενετίας: «Με την αρχή του Ίδρύματος μου πρότεινε να κάνει μια έκθεση στους χώρους του. Η συνεργασία ήταν τρομερά γόνιμη και αποφασίσαμε να συνεργαστούμε μόνιμα. Μετά από κάποια χρόνια του πρότειναν να αναλάβει την Μπιενάλε της Βενετίας και αυτό ήταν υπέροχο. Τώρα που δουλεύουμε με τονDaniel Birmbaum, ο οποίος επιμελείται στο χώρο μας την Μπιενάλε του Τορίνο, του έγινε ακριβώς η ίδια πρόταση. Είναι τυχερό! Πριν λίγο καιρό», συνεχίζει χαμογελώντας η Patrizia Sandretto Re Rebaudengo, «ήρθε στο γραφείο μου ο Daniel λέγοντάς μου σοβαρά ότι υπάρχει κάποιο θέμα. Στην αρχή τρόμαξα, νόμισα ότι του συνέβη κάτι, αλλά όταν μου εξήγησε απολογούμενος ότι θα κάνει οτιδήποτε περνά από το χέρι του για να γίνει και η Μπιενάλε του Τορίνο σωστά και ότι δεν επρόκειτο να την αφήσει, έσκασα στα γέλια. Αυτό είναι η μεγαλύτερη τιμή για κάποιον επιμελητή και ταυτόχρονα επιβραβεύτηκαν και οι δικές μας επιλογές. Είμαι πολύ περήφανη και χαρούμενη γι' αυτόν!»

Εκτός του ότι τροφοδοτεί την Μπιενάλε της Βενετίας με καλλιτεχνικούς διευθυντές, η Fondazione Sadretto Re Redebaudengo έχει και άλλες αποστολές. Πέραν του εκπαιδευτικού της προγράμματος (στο οποίο έχει δοθεί μεγάλη βαρύτητα), μια άλλη ιδιαιτερότητα είναι ότι βρίσκεται πολύ κοντά σε νέους Ιταλούς καλλιτέχνες. Αν κάποτε αυτοί ήταν ο Maurizio Cattelanή ο Giuseppe Gabellone, τώρα η παράδοση συνεχίζεται με πολύ αποτελεσματικούς τρόπους. Ανάμεσα σε άλλα συντηρεί κάθε χρόνο ένα τετράμηνο residency για διεθνείς επιμελητές οι οποίοι καλούνται να γνωρίσουν καλλιτέχνες σε όλη την Ιταλία και να κάνουν μια ομαδική έκθεση. Επιπλέον, το εκθεσιακό πρόγραμμα δεν αναλώνεται στα έργα της συλλογής, αλλά αφορά συνήθως καινούργιες παραγωγές . Έχει όμως και ένα πολιτικό χαρακτήρα που μπορεί να αφορά ακόμη και αυτούς που δεν είναι αμιγείς λάτρεις της σύγχρονης τέχνης. Στην παρούσα φάση φιλοξενεί μια έκθεση παράγωγη του Ιδρύματος με θέμα τα κελιά των φυλακών. Κάτω από τον τίτλο YouPrisonReflectionsonthelimitationoffreedomandspace,και εκμεταλλευόμενοι την ευκαιρία ενός μεγάλου διεθνούς συνεδρίου αρχιτεκτονικής που θα γίνει στο Τορίνο, το ίδρυμα αποφάσισε να παρουσιάσει τις προτάσεις για κελιά φυλακών έντεκα γραφείων αρχιτεκτονικής από όλο τον κόσμο και να τα παράγει σε πραγματικό μέγεθος με όλα τα έπιπλα κ.λπ., έτσι ώστε ο θεατής να βιώσει από κοντά την έννοια του εγκλεισμού. Πίσω από αυτά και πολλά άλλα, όπως το Hollywood sign του Cattelan στο Παλέρμο, την έκδοση Dreams/Sogni (σε επιμέλεια Bonami, Hans Urlich Obrist) με όνειρα καλλιτεχνών που μοιράστηκε σε 50.000 αντίτυπα στην Μπιενάλε Βενετίας το 1999, η Patrizia Re Redebaudengo μοιάζει να απλώνει σωστά τα σιδερένια χέρια με τα βελούδινα γάντια.

Εχει ενδιαφέρον, βέβαια, να δει κανείς πώς άρχισαν όλα. «Είχα την τύχη» μου εξηγεί «στα πρώτα μου βήματα τη δεκαετία του '90 να πέσω πάνω στον Niholas Logsdail, (το διευθυντή της Lisson gallery, μιας από τις πιο σημαντικές γκαλερί στο Λονδίνο). Με πήρε από το χέρι. Ύστερα από μία εβδομάδα που με γυρνούσε στα στούντιο καλλιτεχνών και βλέπαμε τις δουλειές τους, για πρώτη φορά σκέφτηκα σοβαρά να κάνω μια συλλογή. Η εμπειρία αυτή ήταν ανεκτίμητη: να βλέπεις το έργο στο φυσικό του περιβάλλον και εν τη γενέσει του. Δεν θα ξεχάσω ποτέ, ανάμεσα στα άλλα, το ατελιέ του καλλιτέχνη Anish Kapoor και το πόσο είχα εντυπωσιαστεί από τα χρώματα που χρησιμοποιούσε και που ήταν απλωμένα παντού! Ο τρόπος που εξηγούσε το έργο του έφερε μια πνευματικότητα που έχει χαθεί από τη δυτική κουλτούρα. Είχα εντυπωσιαστεί, δεν υπήρχε πιο σπουδαίο δώρο από το να βρεθείς κοντά στους καλλιτέχνες και να σου εξηγούν με λεπτομέρεια το έργο τους... και ήξερα ότι αυτό θα ήθελα να συνεχίσω. Στο τέλος αυτής της μικρής μας περιπέτειας τον ρώτησα τι θα έπρεπε να κάνω, τι να πάρω, και εκεί με βοήθησε ακόμη παραπάνω... με το δύσκολο τρόπο! Μου εξήγησε άμεσα ότι αυτή η απόφαση ήταν πια δική μου δουλειά. Θα έπρεπε να σκεφτώ και να του πω εγώ και όχι αυτός. Θυμάμαι πως όλο το βράδυ μέχρι να τον συναντήσω ξανά δεν είχα κοιμηθεί καθόλου... Έτσι όμως άρχισε η συλλογή μου!»

Η συλλογή εξελίχτηκε γύρω από ζώντες καλλιτέχνες και έργα που δημιουργήθηκαν πολύ κοντά και μετά τη χρονολογία της έναρξής της. Μπορεί τώρα πια να αγκαλιάζει πολύ καταξιωμένους καλλιτέχνες, αλλά εάν κανείς παρατηρήσει καλά, στη Re Rebaudengo ανήκουν τα πρώτα τους έργα, γεγονός που προδίδει τη διάθεσή της να στηρίξει καλλιτέχνες στο ξεκίνημά τους και όχι να αποκτήσει «αντικείμενα επενδυτικής αξίας», κάτι που όπως λέει η ίδια ποτέ δεν την ενδιέφερε! Ακόμη και τώρα που βρισκόμαστε σε έναν κύκλο απόλυτης εμπορευματοποίησης των έργων σύγχρονης τέχνης και της ταύτισής τους με προϊόντα-σύμβολα πλούτου, glamour και κοινωνικού status συνεχίζει να στηρίζει καλλιτέχνες στα αρχικά τους βήματα. Όπως ομολογεί, βλέπει με σκεπτικισμό αυτό που συμβαίνει σήμερα στην αγορά της τέχνης, στην κακή του βέβαια έκφανση. «Είναι πάντα καλό» μου λέει «να υπάρχει κινητικότητα στην αγορά και πρώτα απ' όλα για τους ίδιους τους καλλιτέχνες». Φτάνει να μην υπάρχει speculation των τιμών γιατί αυτό μπορεί να οδηγεί όλους τους εμπλεκόμενους σε ασχήμιες. «Βλέπω με αισιοδοξία το μέλλον, η αγορά δεν θα περάσει μεγάλη κρίση που θα ακολουθήσει την οικονομική, όπως ψιθυριζόταν, διότι οι άνθρωποι που την αγαπούν και την αγαπούσαν θα είναι πάντα εκεί, απλά μπορεί να έρθει ξανά μια πιο υγιής ισορροπία» με καθησυχάζει χαμογελώντας.

Με απαράμιλλη κομψότητα, η Patrizia Re Rebaudengo φαίνεται να πλησιάζει τα δικά της όνειρα επηρεάζοντας και αναβαθμίζοντας σταθερά τόσο τις πολιτιστικές δομές όσο και το γενικότερο περιεχόμενο του πλαισίου της σύγχρονης τέχνης. Χωρίς φανφάρες, χωρίς μεγάλη φασαρία αλλά με ειλικρινές πάθος και επιμονή για τη σύγχρονη τέχνη είναι πια μια από τις σημαντικότερες υποστηρίκτριές της. Η γνωριμία της με την Ελλάδα γίνεται μέσω μιας σειράς πολύ σημαντικών έργων τόσο καταξιωμένων όσο και νεότερων καλλιτεχνών. Ένα απλό καλησπέρα για αρχή. Μπορεί η έκθεση να μην είναι θεαματική στην επιμέλειά της, το μοναδικό τρόπο θέασης που έχουμε συνηθίσει στην Ελλάδα, αλλά αξίζει να μην τη χάσουν όσοι δεν την είδαν ακόμη να παρατηρήσουν καλά τις ημερομηνίες δημιουργίας.