Iσως περισσότερο απ’ όσο και οι ίδιοι θα περιμέναμε. Δεν είναι μόνο οι δεκάδες μαύροι μικροπωλητές που κυκλοφορούν στο δρόμο ανενόχλητοι, παρ’ όλο που είναι γνωστό σε όλους ότι παρανομούν -και μάλιστα στο κέντρο της πόλης-, είναι και περιπτώσεις όπως η Μ., μία τραβεστί σε λαϊκή αγορά του κέντρου που πουλάει καρότα και λάχανα με τη μητέρα της και έχει πάψει προ πολλού να προκαλεί τα σχόλια των περαστικών και των περιοίκων. Η ίδια δεν θέλησε να φωτογραφηθεί. «Δεν θέλω να ξαναγίνω τσίρκο», λέει, «πάλεψα πολύ με τους δαίμονές μου για να καταφέρω να αλλάξω δουλειά και να γίνω αποδεκτή, δεν θέλω δημοσιότητα». Τα τελευταία χρόνια η Μ. πηγαίνει πέντε ημέρες την εβδομάδα στη λαϊκή. «Το προτιμώ», προσθέτει, «στην αρχή σε αντιμετωπίζουν όλοι σαν κάτι εξωτικό, μετά από λίγο όμως είσαι μία από αυτούς, κανείς δεν ασχολείται». Το ίδιο λέει και ο Χασάν, ένας Μαυριτανός που απλώνει την πραμάτεια του στην Ερμού, έχοντας τα μάτια του ανοιχτά για τα ντου της δημοτικής αστυνομίας. «Δεν φαίνεται να ενοχλείται ο κόσμος. Όσοι δεν ψωνίζουν μας προσπερνούν, αλλά ποτέ δεν έχουμε ακούσει κάποιο άσχημο σχόλιο. Στη χειρότερη των περιπτώσεων είναι σαν να μην υπάρχεις. Κάποιες φορές μάλιστα που μας κυνηγάει η αστυνομία, τα γειτονικά μαγαζιά μας αφήνουν να μπούμε μέσα να κρυφτούμε και να σώσουμε τα πράγματά μας. Υπάρχουν και άνθρωποι που μας προστατεύουν, μας δείχνουν τους διπλανούς δρόμους όταν παραφυλάνε οι αστυνομικοί στη γωνία. Ένα βλέμμα συνήθως αρκεί». Η G., κομμώτρια σε μαγαζί της Πατησίων, συμφωνεί. «Είναι πολύ περισσότερο ανεκτικοί οι Αθηναίοι. Στην αρχή μπορεί να ήταν εχθρικοί και να μην πάταγε ψυχή στο μαγαζί, είχαμε τρομάξει. Μέσα σε λίγους μήνες όμως ξεχνάνε ότι είσαι ξένη, έχω μόνιμες πελάτισσες πια που δεν είναι μόνο νεαρές που θέλουν να φτιάξουν ράστα τα μαλλιά τους. Έχω πελάτισσες μεγάλης ηλικίας που μου εκμυστηρεύονται πολλά προσωπικά τους, ίσως να με εμπιστεύονται περισσότερο γιατί η σχέση μου μαζί τους είναι πιο τυπική, δεν μιλάω πολύ επειδή τα ελληνικά μου δεν είναι όσα καλά θα ήθελα. Ντρέπομαι να πω όσα σκέφτομαι για να μην κάνω λάθη. Τον τελευταίο χρόνο έχω χτενίσει πολλές νύφες και έχω μπει σε ένα σωρό ελληνικά σπίτια. Μία φορά μάλιστα με κάλεσαν και στο γλέντι».

M. Hulot