Από το «είναι ο μόνος λόγος που αξίζει να μένεις στην Αθήνα το καλοκαίρι» μέχρι το «Φεστιβάλ Αθηνών; Πού γίνεται αυτό;». Όλα μπορεί να τα ακούσεις. Αυτές άλλωστε είναι και οι διαστάσεις ενός Φεστιβάλ σε μια μεγαλούπολη. Να υπερκινητοποιεί τους γνωρίζοντες και να προξενεί ερωτηματικά στους υπόλοιπους. Την περσινή χρονιά πάντως η πληρότητα που είχαν οι παραστάσεις και τα αλλεπάλληλα sold out θύμιζαν την Αθήνα του 2004 και των Ολυμπιακών Αγώνων. «Πάμε να δούμε μπέιζμπολ» λέγαμε τότε, κι ας μην ξέραμε ούτε μισό κανόνα του αθλήματος. Σημαντική διαφορά όμως είναι ότι με το Φεστιβάλ Αθηνών παρατηρείται έντονα η τάση να αποκτά θεατές που δεν επιλέγουν τον πατροπαράδοτο τρόπο «γιούργια και ό,τι δούμε», αλλά που θα κάτσουν, θα διαβάσουν, θα ακούσουν και στο τέλος θα επιλέξουν να μη φύγουν για τριήμερο ώστε να παρακολουθήσουν το Περίπτερο με τις παιωνίες ή το Κουαρτέτο Bartόk. Μπορούμε να υποστηρίξουμε πως το να παρακολουθήσει κάποιος παραστάσεις, ή τουλάχιστον να είναι ενημερωμένος γι’ αυτές, είναι ένα trend του καλοκαιριού που δεν επηρεάζει μοναχά τον κόσμο της διανόησης και τους γνωστούς και μη εξαιρετέους φεστιβαλάκηδες, αλλά έχει μεταλλαχτεί σε μια νεανική θερινή κουλτούρα. Εξού και οι πολλές νέες παρουσίες, εξού και το Synch, εξού και όλο το στήσιμο του Φεστιβάλ. Από την αφίσα μέχρι και τους χώρους των παραστάσεων, οι πρακτικές που εφαρμόζονται ταιριάζουν περισσότερο σε αυτό που λέμε ξύπνιο και δραστήριο κοινό, αποφεύγοντας τη στασιμότητα που προσέδιδε χρόνια στο θεσμό το μεγαλείο της Επιδαύρου και του Ηρωδείου, χωρίς βέβαια αυτό να σημαίνει πως τα δύο τελευταία δεν αποτελούν αναπόσπαστο κομμάτι του Φεστιβάλ. Η κίνηση που δίνει ρυθμό στην πόλη. Επτά χώροι εντός και δύο εκτός πάλλονται τους δυόμισι περίπου μήνες που κρατάει η διοργάνωση. Τα κλασικά Επίδαυρος και Ηρώδειο ενώνονται με τα σύγχρονα Μέγαρο Μουσικής και Θέατρο Κοτοπούλη, που με τη σειρά τους δημιουργούν ανατρεπτικά δίκτυα με το 260, το Σχολείον και το Μουσείο Μπενάκη της Οδού Πειραιώς. Δεν είναι μόνο η ποικιλότητα των παραστάσεων αλλά και η εναλλαγή των εικόνων της Αθήνας. Ο πεζόδρομος της Διονυσίου Αρεοπαγίτου, η βουή της Ομόνοιας, η στάση του μετρό στο Μέγαρο Μουσικής, οι φάμπρικες της Πειραιώς και η νυχτερινή «σφαγή» στο Γκάζι κάνουν την πόλη (δίχως υπερβολή) ένα με το Φεστιβάλ. Όπως ακριβώς γίνεται και στα μεγάλα αστικά κέντρα του εξωτερικού. Όταν πηγαίνεις σε μια παράσταση δεν σου είναι εύκολο να αντιληφθείς αν όντως κινείσαι σε αυτόν τον κυκεώνα που ονομάζεται Αθήνα ή σε ένα πολυμορφικό σχήμα που για εκείνες τις μέρες παράγει πολιτισμό. Το βενζινάδικο στη γωνία, η καντίνα με τα βρόμικα και το μισογκρεμισμένο εργοστάσιο μεταμορφώνονται σε μέρη ενός μεγάλου σκηνικού που ονομάζεται Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.