Στο υπόγειο ενός μικρού δρόμου κοντά στον Αγ. Δημήτρη, μια παρέα νέων παιδιών έγραφε μέχρι πριν από μερικά χρόνια τη νέα ιστορία του πρωτοποριακού θεάτρου στην πόλη. Δύσκολα έργα, αντισυμβατικές σκηνοθεσίες, απογειωτικές παραστάσεις. Οι «Νέες Μορφές» αποτελούσαν το καταφύγιο και το ορμητήριο πολλών νέων καλλιτεχνών της πόλης. Η σχετικά σύντομη διάρκειά τους και το κλείσιμό τους άφησαν, παράλληλα, ένα κοινό που διψούσε για νέα έκφραση μετέωρο. Ο Γιάννης Παρασκευόπουλος, ηγετική μορφή της ομάδας, αφού πρώτα σκηνοθέτησε δύο σπουδαία έργα στη Ρουμανία -τη Μήδειατην είδαμε στο πλαίσιο του 1ουΦεστιβάλ Θεάτρου Νοτιοανατολικής Ευρώπης το καλοκαίρι που μας πέρασε- είναι πια ενταγμένος στο δυναμικό του ΚΘΒΕ ως ηθοποιός, ενώ πολλοί ανυπομονούμε για την επόμενη σκηνοθετική του δουλειά.

Τι ήταν τελικά αυτό που οδήγησε στο κλείσιμο των «Νέων Μορφών»;
Το κλείσιμο των «Νέων Μορφών» ήταν προδιαγεγραμμένο. Είχαμε πει ότι τη στιγμή που θα νιώθαμε ότι δεν έχουμε τίποτα άλλο να πούμε, θα τις κλείναμε. Και καθώς αυτό που είχαμε ζήσει ήταν ιδανικό και το είχαμε χτίσει οι ίδιοι, δεν θέλαμε να το δούμε να φτηναίνει. Δυστυχώς κάποια στιγμή το νιώσαμε, και αυτή την έκπτωση στα όνειρά μας δεν τη θέλαμε! Εκείνη η στιγμή ήταν οριακή!

Πάντως με τις «Νέες Μορφές» κατατροπώθηκε η γνωστή δικαιολογία ότι στη Θεσσαλονίκη δεν μπορούν να γίνουν πράγματα, ότι πρέπει οπωσδήποτε να κατέβει κανείς στην Αθήνα. Αν και, βέβαια, συχνά οι θεατρικές ομάδες της πόλης, ιδιαίτερα στο παρελθόν, απέπνεαν μια μιζέρια αποκαρδιωτική.
Μα ακριβώς αυτή τη μιζέρια φοβηθήκαμε, και το καμπανάκι που είχαμε μέσα μας έκρουσε το σήμα κινδύνου, προτού πάρουμε την κατρακύλα. Καθώς ήμουν και αυτός που κυρίως σκηνοθετούσε και είχα ένα μέρος της ευθύνης, είπα, ας κάνουμε μια στάση, να επανατροφοδοτηθούμε, κι αν υπάρχει λόγος ξαναρχίζουμε.

Γιατί ήσουν αυτός που κυρίως σκηνοθετούσε σε μια ομάδα με ίση συμμετοχή;
Δυστυχώς δεν μπορούσαν να την αναλάβουν όλοι αυτή την ευθύνη. Κάποιοι δεν θέλουν να την έχουν και θέλουν μόνο να παίζουν. Ο Σίμος Κακάλας, που τώρα σκηνοθετεί, αδυνατούσε να αναλάβει αυτόν το ρόλο όσο ήταν στις «Νέες Μορφές». Χρειάστηκε να δουλέψει πολύ ως ηθοποιός για να μπορεί σήμερα να αρθρώνει ένα σοβαρό λόγο ως σκηνοθέτης. Στην αρχή τού ήταν δύσκολο να έχει την ευθύνη άλλων ανθρώπων.

Πώς προέκυψαν οι ρουμάνικες παραστάσεις σου, η Μήδεια και το Ρωμαίος και Ιουλιέτα;
Είχαμε πάει το καλοκαίρι του 2004 με τη σχολή του ΚΘΒΕ, στην οποία διδάσκω, στο Ταμπίκο του Μεξικού σε μια διεθνή συνάντηση Δραματικών Σχολών. Εκεί συνάντησα τον Μίρτσα Κορνεστιάνο, καλλιτεχνικό διευθυντή του Κρατικού Θεάτρου της Κραϊόβα. Ήθελε να δώσει ένα ανανεωτικό χαρακτήρα στο θίασο και με προσκάλεσε να σκηνοθετήσω.

Πώς είναι να σκηνοθετείς στην Κραϊόβα;
Κατ' αρχάς είναι μια πόλη με μεγάλη παράδοση στο θέατρο, εν μέρει χάρη στον Σίλβιο Πουρκαρέτε, ο οποίος σκηνοθετούσε εκεί για χρόνια. Για μένα είχε ένα μεγάλο βαθμό δυσκολίας το να πάω να δουλέψω με ανθρώπους που δεν ήξερα, σε μια άγνωστη γλώσσα, και σε πολύ μικρότερο χρονικό διάστημα σε σχέση με αυτό που είχα στις «Νέες Μορφές». Αλλά όλα αυτά βέβαια ήταν για μένα συγχρόνως πρόκληση...

Το αποτέλεσμα;
Ήταν κάτι το καταπληκτικό! Έβλεπες το θέατρο γεμάτο με νέα παιδιά. Γεμάτη πλατεία και τους ηθοποιούς να νιώθουν τόση χαρά προτείνοντας κάτι νέο. Αυτό, εδώ, δεν το έχω νιώσει ακόμα, να χαίρεται το κοινό μ' αυτό που βλέπει. Να συμμετέχει κατ' αυτό τον τρόπο!

Έχεις αναλάβει χρέη βοηθού σκηνοθέτη δίπλα στον Νικήτα Τσακίρογλου, στο Ιουλιανός ο Παραβάτης. Έναν θεατράνθρωπο, ας πούμε «παλιάς σχολής», με μια αισθητική πιο ακαδημαϊκή και με άλλη προσέγγιση των κλασικών έργων από αυτή που θα έκανες εσύ. Πώς ήταν η συνεργασία μαζί του;
Κατ' αρχάς συμμετέχω με τη διπλή ιδιότητα του ηθοποιού και του βοηθού σκηνοθέτη. Η προσέγγιση δε του Τσακίρογλου ήταν κάτι που μας εξέπληξε όλους. Πάρα πολύ απλή και άμεση. Είδαμε έναν άνθρωπο μίας άλλης γενιάς να μας ανοίγει έναν νέο δρόμο. Να μοιράζεται τις εμπειρίες του μαζί μας με γενναιοδωρία και να προσπαθεί να πραγματώσει μια σύγχρονη πρόταση.

Το ΚΘΒΕ τα τελευταία χρόνια μοιάζει να έχει χάσει τον παλμό του και την επαφή με το μεγάλο κοινό που κάποτε είχε.
Το πρόβλημα δεν είναι το μεγάλο κοινό αλλά το νεανικό κοινό της πόλης. Αυτό πρέπει να προσεγγίσουμε. Και νομίζω ότι με τα νεοελληνικά έργα που θα ανέβουν φέτος στη Μονή Λαζαριστών και στο Θεατρικό Εργαστήρι, που θα λειτουργήσει ως μια εναλλακτική σκηνή, είναι ένα άνοιγμα προς ένα άλλο κοινό.

Τι είναι το Θεατρικό Εργαστήρι;
Ξεκινάει φέτος, το διοργανώνει η Νικαίτη Κοντούρη, είναι για νέους ηθοποιούς και στο τέλος της χρονιάς θα γίνουν κάποιες ανοιχτές παρουσιάσεις της δουλειάς. Νομίζω πως το κοινό που έχει μεγαλύτερες αναζητήσεις θα βρει ένα καταφύγιο. Εγώ έχω αναλάβει μια παράλληλη ανάγνωση του Μαριβώ, με τη Φιλονικία, και της Σάρα Κέιν, με το Καθαροί Πια.

Πώς βλέπεις τη νέα φουρνιά ηθοποιών μέσα από την ιδιότητά σου ως καθηγητή της Δραματικής Σχολής του Κρατικού;
Ένα πολύ διαθέσιμο υλικό αλλά με περιορισμένες προσλαμβάνουσες. Δεν έχουν δει παραστάσεις, δεν έχουν αναφορές! Η δική μου γενιά έψαχνε, δεν νιώθαμε ότι μας αφορούσε αυτό που γινόταν και θέλαμε να το εφεύρουμε, να το δημιουργήσουμε. Αυτό δεν συμβαίνει σήμερα, και είναι κάτι που με στενοχωρεί.

Τι θετικό έχει σαν γενιά;
Μια διαθεσιμότητα, το οποίο είναι πολύ μεγάλο προσόν!