Odeon, Audiovisual, Village Roadshow

Δεν είναι φυσικά αλλά νομικά τα πρόσωπα που επηρεάζουν το σινεμά στην Ελλάδα, περισσότερο από δημιουργούς ή ηθοποιούς. Οι τρεις αυτές εταιρείες διανομής είναι και παραγωγοί ελληνικών ταινιών, και με την πολιτική τους έχουν καταφέρει να δημιουργήσουν ένα νεόκοπο ενδιαφέρον σε ένα είδος που φθίνει εδώ και καιρό. Επίσης διαθέτουν αίθουσες, βασικά πολυκινηματογράφους, εκεί διοχετεύουν το προϊόν τους, ενώ στη συνέχεια το εκμεταλλεύονται στα βιντεοκλάμπ και τα τηλεοπτικά δίκτυα, ολοκληρώνοντας τον κύκλο. Η λογική είναι απλή: ο μόνος τρόπος να αυξηθούν τα εισιτήρια είναι να μπει ο ντόπιος και να δει «δικές» του ταινίες. Και αυξήθηκαν, από τη στιγμή που οι ξένες έχουν πέσει και δεν είναι σε θέση να ταΐσουν τα πάμπολλα multiplex που χτίστηκαν την τελευταία δεκαετία, εκτός ελαχίστων εξαιρέσεων. Στη δεκάδα των πιο εμπορικών ταινιών της χρονιάς φιγουράρουν περίπου κατά το ήμισυ εγχώριες παραγωγές, κάτι που έχει να γίνει από τα πρώτα χρόνια της δεκαετίας του ‘70. Tο Κέντρο Κινηματογράφου απλά κάνει το καθήκον του, κι αυτό όχι πάντα με τη δέουσα προσοχή, και το κέντρο βάρους έπεσε στην ιδιωτική πρωτοβουλία, κάτι αντίστοιχο με την εκρηκτική αντίδραση της ιδιωτικής τηλεόρασης πριν από 20 χρόνια και την επιδεικτική μούντζα που έφαγε η κρατική από τον πολύ κόσμο. Φυσικά, οι Odeon, Audiovisual και Village Roadshow προσανατολίζονται στην ψυχαγωγία επιπέδου, την προσεγμένη παραγωγή και τις ασφαλείς λύσεις (κωμωδίες, διασκευές θεατρικών και ελληνοκεντρικά θέματα), χωρίς να αποκλείουν μερικές πιο φιλόδοξες και ρισκέ παρεμβολές, για την ενίσχυση του προφίλ τους και τον απαραίτητο πλουραλισμό. Κανείς δεν τους υποχρεώνει να κάνουν τέχνη με αυστηρά κριτήρια και να γυρίσουν την πλάτη τους στην επιστροφή της επένδυσής τους. Μακράν απέχουν από το να είναι στούντιο με την καθαρή έννοια που υπάρχει στην Αμερική (η αγορά μας, γαρ) αλλά αν συνεχίσουν οι επιτυχίες, ελπίζω να γλυκαθούν και να ανοίξουν την γκάμα τους, «παρασύροντας» με το θεληματικό τους οπλοστάσιο τον κόσμο σε ταινίες που παραδοσιακά αρνείται στη γλώσσα του.

Γιάννης Σμαραγδής - Βαγγέλης Παπαθανασίου

Η επιλογή δεν είναι τόσο με κριτήριο τη μεγάλη επιτυχία του Γκρέκο, όσο για την επιμονή του να φιλοτεχνεί πορτρέτα σπουδαίων Ελλήνων, φωτίζοντας το χαρακτήρα και το έργο τους μέσα από μια εξιδανικευμένη, υψηλή, αρχέγονα ελληνική, ουμανιστική ματιά. Ο Γιάννης Σμαραγδής, συνεπικουρούμενος από την αρωγή, το κουράγιο και το ηχητικό τείχος του Βαγγέλη, δεν ξεπέφτει στον φτηνό πατριωτισμό και το μεγαλοϊδεατισμό (μακριά απ' αυτόν τα έπη του Τζέιμς Πάρις), και προσπαθεί να σκηνοθετεί σενάρια κι όχι σκαριφήματα και προφάσεις, με τη γωνία του δημιουργού. Βοηθάει βέβαια το γεγονός πως φέτος το κοινό αντάμειψε την προσπάθειά του, κάτι που δεν έγινε με τον Καβάφη. Σειρά έχει ο Βαρβάκης και, με τη φόρα του σουξέ, γίνεται ο μόνος Έλληνας μετά τον Κακογιάννη, αν θυμάμαι καλά, που παραλαμβάνει την ελληνική παράδοση του πνεύματος με την άτυπη ιδιότητα του πρέσβη καλής θελήσεως, και την εκθειάζει ιστορικο-κινηματογραφικά.

Νίκος Περάκης

Κωμωδίες υπάρχουν πολλές. Σκηνοθέτες κωμωδίας λιγότεροι. Περάκης ένας. Κάνει την ίδια ταινία, σκηνοθετικά μιλώντας, πολλά χρόνια τώρα, και βρίσκει πάντα τρόπους να προσαρμόζει τις ταχύτητές του σύμφωνα με τα γκάζια και τα φρένα της ελληνικής κοινωνίας (εντάξει, τα γκάζια του δεν μειώνονται και τόσο). Το στυλ του είναι ευδιάκριτο, οι καταστάσεις στις ταινίες του περίπλοκες και καλά δουλεμένες, έχει την ευχέρεια να συντάσσει και να κατευθύνει μαεστρικά το υλικό και τους ηθοποιούς του. Ακόμη και να μην πετύχει απόλυτα τους σκοπούς του, κάνει ό,τι μπορεί για να φτάσει στο τέρμα ξεκινώντας από κάπου. Μετά τη Λούφα, η Ψυχραιμία, και τώρα είναι η ψυχή πίσω από το Ι4, το επόμενο από τα φαντάρικά του επεισόδια, με τα οποία κάνει σχολή. Πλάκα-πλάκα, ο Περάκης οφείλει να διδάσκεται.