Είναι ίσως η πρώτη φορά που ακούω τον Θωμά Μοσχόπουλο να μιλά με τέτοια ορμή και σχεδόν άγρια χαρά για την παράσταση που ετοιμάζει. Σε ένα σύμπαν που μοιάζει παράλληλο με αυτό των περισσότερων θιάσων, κάνει ήδη 40 μέρες πρόβα για την παράσταση Βάκχες στο γκαράζ της Πειραιώς 260 που ανεβαίνει στις 25 και 26 Ιουλίου. Βασίζεται στη μετάφραση του Γιώργου Χειμωνά, «ένα κείμενο που είναι ήδη μια ερμηνεία», και δηλώνει εξαρχής πως η παράσταση έχει καθαρά εργαστηριακό χαρακτήρα, «ακόμη και με το ρίσκο να είναι work in progress. Mε ενδιαφέρει να κάνω δουλειά έρευνας, όχι να βγω και να πω "α! ωραία, βρήκα τι είναι αρχαίο δράμα"».

Κεντρικό σημείο στην προσέγγισή του μοιάζει να είναι ο ρυθμός, που αν αφουγκραστείς προσεκτικά αναδύεται από παντού στο κείμενο του Ευριπίδη. Αναζητεί τη μουσικότητα των κειμένων που συνήθως τα αντιμετωπίζουμε λίγο σαν έργα πρόζας ή ψυχολογικού θέατρου με μουσικά διαλείμματα. «Η αναζήτηση του ρυθμού στην αφήγηση αυτών των κειμένων, στη ρητορεία, έχει εξαιρετικό ενδιαφέρον. Άλλωστε δεν είναι τυχαίο ότι η όπερα ξεκίνησε από πειραματισμούς που έγιναν για την αναβίωση του αρχαίου δράματος. Εμείς στην παράσταση οδηγούμαστε σε μια ρυθμική αφήγηση που μπορεί να έχει σχέση άλλες φορές με μαντινάδα και άλλες με χιπ χοπ. Δεν θέλω να κλειδώσει αυτό προς μια κατεύθυνση. Οι πολιτισμικές καταβολές μας είναι ανάμεικτες, λειτουργούμε με μια αίσθηση συλλογικής μνήμης αλλά και πολύ πρόσφατης πολιτισμικής μνήμης, παίρνουμε παραδείγματα από τη ραπ για το πώς μπορούμε να μιλάμε με ρυθμό».

Το γκαράζ της Πειραιώς 260, μετά τα μεσάνυχτα, θα μεταμορφώνεται σε έναν μεταχώρο, έναν τεράστιο σκουπιδότοπο. «Η κατάσταση αποσύνθεσης δηλώνει ένα τέλος που πολύ συχνά το ευαγγελίζεσαι, περιμένεις να έρθει, αλλά ταυτόχρονα το απεύχεσαι. Αυτό είναι και το δυσυπόστατο του συγκεκριμένου έργου, η νέα θρησκεία που περιμένεις να έρθει, αλλά και που όταν φτάσει καταργεί πράγματα σημαντικά στη ζωή σου» παρατηρεί ο Θωμάς Μοσχόπουλος. Η συνταγή της παράστασης που ετοιμάζει (με σκηνικά και κοστούμια του Διονύση Φωτόπουλου) συμπληρώνεται από τη βαρύτητα που δίνει ο σκηνοθέτης στο ρόλο του χορού. «Έχει πιο οικεία και ζεστή λειτουργία ο χορός απ' ό,τι έχουμε συνηθίσει. Αυτό που προσπαθούμε να ανακαλύψουμε είναι η δραματουργική λειτουργία του χορού, που είναι ενδιάμεσος του θεατή και του ρόλου. Ο χορός είναι ένας ανιματέρ του κοινού που προσπαθεί να περιλάβει το κοινό στην τελική δράση». Ερμηνεύουν οι Αργύρης Ξάφης, Μαρία Σκουλά, Μαρία Πρωτόπαππα, Άννα Καλαϊτζίδου, Γρηγόρης Γαλάτης, Κώστας Μπερικόπουλος, Χρήστος Λούλης, Ηλίας Παναγιωτακόπουλος, Όμηρος Πουλάκης, Ελένη Κοκκίδου.