Ως κεντρικός καμβάς της πλοκής, ακόμη και πρωταγωνίστρια, κινητήριος δύναμη του μύθου προβάλει η Αθήνα στη σύγχρονη λογοτεχνία: Ήρωες που περπατούν χιλιόμετρα και αναμετρούνται με τη ζωή τους μέσα από τα χαλάσματα και τα υψώματα της πόλης, απωθημένα και όνειρα που παρελαύνουν σε πλατείες και καφέ, έρωτες και φαντασιώσεις που κινούνται στους συρμούς του Ηλεκτρικού, αλλά και η ανθρωπογεωγραφία της πόλης που διαμορφώνεται κάτω από τη γραμμή των οπορωφόρων δέντρων της. Αποσπάσματα-θραύσματα αυτής της Αθήνας ανακαλύψαμε στις σελίδες των βιβλίων που ακολουθούν.

Ένας έφηβος περπατά στην Ακαδημίας, μέχρι χαμηλά στην Κάνιγγος, σκοντάφτοντας σε σκέψεις για τον έρωτα και την έκδοση ενός βιβλίου.
«Εγώ νόμιζα πως βασικά επιτρεπόταν το τρέξιμο μέσα στο κέντρο της Αθήνας. Γι' αυτό κι όπως ανέβαινα τρεχάλα την Ακαδημίας, εξεπλάγην, που λένε, όταν μ' έφτυσε αυτός με το καβουράκι και την τσάντα. Στην πραγματικότητα δεν του έριξα κάτω ούτε το καβουράκι, ούτε την τσάντα, ούτε την αξιοπρέπειά του, δηλαδή τίποτα το σημαντικό δεν του έριξα, και επομένως προς τι η παρεξήγηση και το φτύσιμο και εκείνο το αυθαίρετο: «Δεν ξέρεις πως απαγορεύεται να τρέχεις μέσα στο κέντρο της Αθήνας;» [...] Εγώ ξαφνιάστηκα, αυτό είναι όλο! Δεν ήθελα μια τέτοια προστριβή γιατί πεινούσα, ήθελα μια τυρόπιτα και δεν είχα τα λεφτά ακριβώς, έλλειμμα ένα πενηνταράκι και πού να σ' έβρισκα μέσα σε αυτή την πολυκοσμία, πού να σε ξετρύπωνα μες στο πολύβουο πλήθος που διέτρεχε σαν κοπάδι από μυρμήγκια το αγαπημένο σώμα της Αθήνας [...] Ύστερα σταμάτησα να τρέχω, μια φυσική επιβράδυνση, αργό περπάτημα ανεβαίνοντας την Ακαδημίας, βασανιστικός μονόδρομος, ο κόσμος γύρω μου έπαιρνε άλλο βάρος, σφοδρότερη φυσιογνωμία μες στην αργή του κίνηση, οι διαφημίσεις γύρω μου αναβοσβήνουν, σπυράκια στο πρόσωπο της νύχτας, εγώ βγάζω μικρά λυρικά αγκάθια, μακριά, πίσω πολύ αυτός με το καβουράκι και την τσάντα, στήλη άλατος στη μέση του πεζοδρομίου, κακώς κείμενος, ασυνήθιστος και εγώ με το φτύσιμό του στο μάγουλο και στο κούτελο και λίγο στο πουλόβερ, στιγματισμένος, λερωμένος, σιχάθηκα την κίνηση, βαριέμαι την επανάληψη, αφήνω τα παράσημά του επάνω μου... Στην επιστροφή κάνω συνέχεια παραβάσεις. Η Ακαδημίας είναι μονόδρομος και εγώ πάω αντίθετα στο ρεύμα, κάνω υπερβάσεις ορίου ταχύτητας, εκδίδω από πριν το βιβλίο που γράφω μόλις τώρα, κάνω συνέχεια παραβάσεις. Στο ύψος της Όπερας συναντάω τον κύριο με το καβουράκι και την τσάντα ακίνητο. Σταματώ για να σκουπίσω τα σάλια επάνω του, για να του ξεπληρώσω τα παλιά μου χρέη, να σβήσω τις οφειλές μου. Ύστερα φεύγω πάλι. Τώρα είμαι ήρεμος...».
Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Κομματάκια, εκδόσεις Κέδρος, πρώτη έκδοση 1979.

Σταθμός Ηλεκτρικού, Μοναστηράκι. Η Κούλα, υπάλληλος σε εφορία, περιμένει να συναντήσει το νεαρό φοιτητή που έχει ερωτευθεί.
«Στο Μοναστηράκι ο σταθμός φίσκα. Σχολνούσαν γραφεία, καταστήματα, κόσμος από τα είδη λαϊκής τέχνης, επιπλώσεων, τα μαγαζιά μόδας στην Ερμού, λογιώ λογιώ επαγγέλματα και ράτσες. Την έπιασε απελπισία. Μέσα σε τόσον κόσμο θα μπορούσαν να χαθούν. Κάθισε σε ένα παγκάκι του σταθμού, μπαίνοντας αριστερά, να' ναι κοντά στο πρώτο βαγόνι. Από κει άφησε τη ματιά της να πλανηθεί. Παλιά κτίσματα της Αθήνας, αυτά τα λίγα που είχαν διατηρηθεί, τοίχοι φαγωμένοι από την υγρασία, μπαλκόνια με σιδεριές από δράκοντες και κύκνους, τ' ακροκέραμα σπασμένα στις στέγες. Ήταν όμορφα να τα κοιτά από μακριά, μα εκείνη χαιρόταν που το δικό της σπίτι, ένα διώροφο μεταπολεμικό, βρισκόταν απομονωμένο στην Κηφισιά. Απ' τη μια οι πολυκατοικίες της Αθήνας την έπνιγαν, απ' την άλλη τα παλιά σπίτια της έφερναν πλήξη... Η αλήθεια είναι ότι όταν η Αθήνα καιγόταν από πανηγυρισμούς και διαδηλώσεις, όταν έπεφταν δακρυγόνα, στήνονταν οδοφράγματα, κάτι την ενοχλούσε που εκείνη βρισκόταν μόνη με τους δικούς της, ασφαλής».
Μένης Κουμανταρέας, Η κυρία Κούλα, εκδόσεις Κέδρος, Μάης-Νοέμβρης 1975.

Χαρτογραφώντας τα οπωροφόρα δέντρα της Αθήνας.
«Μου αρέσουν τα φρούτα της Αθήνας. Καθώς είμαι οιονεί βαδιζομανής, όλο και ανακαλύπτω διάφορα δέντρα. Το Κολωνάκικαι η Νεάπολη είναι γιομάτο συκιές, ιδίως στα ερειπωμένα νεοκλασικά. Βγαίνουν οι κλάρες από τα χαλάσματα ή φυτρώνουν στην κρυφή αυλή. Αλλά και κουμπουλιές -αλλιώς κορομηλιές- μπορείς να βρεις, μα και αναρριχώμενα κλήματα. Το χειμώνα βρίσκεις μόνο νεραντζιές. Άραγε γιατί οι δημοτικοί άρχοντες δεν φυτεύουν πορτοκαλιές ν' απλώνει και κανένας πεζοπόρος το χέρι του; Πάντως εγώ τα κόβω τα νεράντζια. Όχι για να κάνω γλυκό όπως είδα να κάνουν μερικές γυναίκες, αλλά για να σπάσω στη μύτη μου τους πόρους τους και ν' απελευθερωθούν τα αιθέρια έλαιά τους. Είπα έλαια και σκέφτηκα τις πάμπολλες ελιές που υπάρχουν στους αθηναϊκούς δρόμους. Δεν τις κόβω, γιατί δεν είναι άμεσα καταναλώσιμες και θέλουν δουλειά. Έχω δει όμως δημότες να αρμέγουν ελιές Καλαμών. Εύρωστες κα εύσαρκες ελιές Καλαμών είδα στην οδόΤρικάλων. Πάντως κόβω καμιά και την εκσφενδονίζω δίκην παιδιάς [...] Το φρούτο που δεσπόζει είναι οι μούρες. ΣτηνΑμφιθέας, στη Βασιλίσσης Σοφίας, στοΠαγκράτι, ακόμη και στον Εθνικό Κήποέχει τέσσερις, πέντε [...] Μεσκουλιές έχει πάμπολλες στους πράσινους δρόμους τουΠαλαιού Φαλήρου. Αλλά δεν τα τρώνε. Όσα φτάνω από το φράχτη τα τρώω εγώ [...] Ροδιές; Πολλές, πάλι στο Φάληρο. Ευλογημένος τόπος. Είναι μπελαλίδικο φρούτο, αλλά άμα πέσεις σε κανένα γλυκό ρόιδο ξεχνάς όλες τις πίκρες σου. Στο Ζάππειο έχει και άφθονες μελικοκιές ή κακαβιές όπως τις ήξερα στο χωριό μου [...] Τζιτζιφιές έχει άφθονες εκεί κοντά στο παλιό Ροντέο στην παραλία - εξού και η ονομασία Τζιτζιφιές. Τα τζίτζιφα νοστιμότατα αν και λίγο γουλιστικά. Μου συνέβη δε το εξής με τις τζιτζιφιές. Μόλις τις έβλεπα κίτρινες έλεγα μα πότε πέρασε κιόλας ένας χρόνος; Τις είχα για χρονόμετρο που όμως γύριζε γρήγορα».
Σωτήρης Δημητρίου, Τα οπωροφόρα της Αθήνας, εκδόσεις Πατάκη, πρώτη έκδοση 2005.

Η Μαρία -ήρθε στην Αθήνα για να γλυτώσει τη μιζέρια της επαρχίας- διασχίζει την Αγίου Κωνσταντίνου.
«Άφησε το αυτοκίνητο στο γκαράζ, διέσχισε την Ομόνοια προσέχοντας πολύ μη σκοντάψει πάνω στα έργα που γίνονταν, μπήκε στηνΑγίου Κωνσταντίνου και έπειτα έστριψε αριστερά και πάλι δεξιά και ίσια, είχε αποστηθίσει καλά τις οδηγίες που της είδαν δώσει, ο δρόμος έρημος, καλά κλειστά μαγαζιά με σιδεριές και βαριά λουκέτα, ωστόσο δεν την τρόμαζε, τουλάχιστον όχι ακόμα. Ακανόνιστα κτίρια με ελάχιστα παράθυρα, φωτισμένα, προχώρησε με το ένα χέρι στην τσέπη της ζακέτας της και με το άλλο κρατούσε σφικτά την κρεμασμένη από τον ώμο τσάντα της. [...] Στη γωνία ένα πολυτελές café-restaurant με λίγα τραπεζάκια έξω, οι περισσότεροι πελάτες κάθονταν μέσα και δροσίζονταν κοντά σε μεγάλα ανοιχτά παράθυρα. Η Μαρία μπήκε και ρώτησε ένα γκαρσόνι πού έπεφτε το νούμερο 44. Το γκαρσόνι απάντησε πως εδώ ήταν το 19, μονός αριθμός, άρα το 44 θα ήταν απέναντι, ίσως αυτό το ψηλό κτίριο μετά την πλατειούλα που σχηματιζόταν παρακάτω. [...] Η Μαρία προχωρούσε τώρα γρήγορα, έφτασε σε έναν ακάλυπτο χώρο με αυτοκίνητα παρκαρισμένα παντού κι εκεί δεξιά της ένας λοξός δρόμος. Στο βάθος ένα τόξο έγραφε «Θέατρο» δεν υπήρχαν όμως φώτα πουθενά. Ξανά η ανάμνηση του Διαμαντή, φευγαλέα, σίγουρα όμως δεν είχαν περάσει από δω, άλλο θέατρο θα έδειχνε το τόξο, γιατί αυτός ο δρόμος δεν ήταν η Πειραιώς αλλά ένας πολύ μικρότερος - τι σόι γειτονιά κι αυτή, με μισογκρεμισμένα σπιτάκια, με χορταριασμένες αυλές, θεοσκότεινα, κι από δίπλα κάποιο νεόχτιστο να ξεφυτρώνει».
Θανάσης Χειμωνάς, Ανεξιχνίαστη ψυχή, εκδόσεις Πατάκης, πρώτη έκδοση 2003.

Ομάδα παιδιών στην Κυψέλη κηρύσσει πόλεμο στα τρόλεϊ. Οι δρόμοι της πόλης.
«Υπάρχουν πράγματα αιώνια, όπως η Ακρόπολη. Το μέρος αυτό έγινε διάσημο και το επισκέπτονται απ' όλα τα μέρη της γης. Εμείς δεν έχουμε πάει ακόμη να το δούμε γιατί ζούμε πολύ κοντά, όποια στιγμή θέλουμε το βλέπουμε. Ύστερα πρέπει να περπατήσεις πολύ από κει που σε αφήνει το τρόλεϋ. Όποιο τρόλεϋ μπαίνει στην Κυψέλη, από την Κοδριγκτώνος μέχρι την πρώτη στάση, θεωρείται αμέσως εχθρικό, αυτό συμφωνήσαμε με τον Άγγελο, τον Σπύρο και τελευταία στιγμή ήρθε για να μη χάσει ο Παπαδάκος. Τεντώσαμε ένα σκοινί από την αρχή της Επτανήσου -στο τριγωνάκι που μπροστά έχει ένα περίπτερο με κουφό περιπτερά- μέχρι την Κυψέλης για να σταματήσουμε το εχθρικό τρόλεϋ. Εκείνο όμως έσπασε το σκοινί με τη φόρα που είχε, μετά όμως, απ' ό,τι μάθαμε, στη στάση απέναντι από το κουρείο του έφυγε ο τρολές. Στο κουρείο εκείνη την ώρα καθόταν ο πατέρας του Άγγελου από κει το μάθαμε. Στη μια πολυθρόνα καθόταν αυτός, στη μεσαία ο ψιλικατζής της οδού Σποράδων και στην ακριανή πολυθρόνα στο βάθος κουρεύανε τον Καρύδα, που δουλεύει στο Ρόξυ, και πουλάει σάμαλι, κωκ, τυρόπιτες. Αυτός έχει χάσει πολλές χρονιές και λέει ότι έχει πάει σε γυναίκα. Δεν τον πιστεύει κανείς, αλλά λες να έχει πάει; Ένα άλλο ψέμα που λέει είναι ότι πέρασε από την Ελληνική Παιδεία, το σχολείο που έχουν στην οδό Κύπρου αυτές του κατηχητικού με τον κότσο [...] Όταν έφυγε ο τρολές, μέσα στο τρόλεϋ ήταν αυτός ο στρατηγός που μένει στη Ζακύνθου δίπλα στο Κυψελάκι. Αυτός βγήκε πολύ νευριασμένος και είπε του οδηγού ότι πρέπει να μάθει ποιοι γιεγιέδες έβαλαν το σκοινί».
Χρήστος Βακαλόπουλος, Νέες αθηναϊκές ιστορίες, εκδόσεις Εστία, πρώτη έκδοση 1988.

Η ανθρωπογεωγραφία του Φίλιον Πυρ
«Ό,τι και να πεις, το Φίλιον παραμένει από τα πιο ενδιαφέροντα μέρη του Κέντρου, οι παλιοί ομνύουν στο όνομα του Dolce, κάτι θυμάσαι κι εσύ από εκείνη την εποχή, πιστεύεις όμως ότι πρόκειται απλώς για νοσταλγία. Υπάρχουν άνθρωποι, η μεγάλη πλειοψηφία δηλαδή, που δεν τους το βγάζεις από το μυαλό ότι αυτό που προηγήθηκε υπήρξε λαμπρότερο, καλύτερο, σημαντικότερο από ό,τι ακολούθησε. Το Φίλιον πάντως είναι μια χαρά. Πουθενά αλλού δεν ανακατεύονται με τέτοια ράθυμη ευθυμία πολιτικοί, δημοσιογράφοι, συγγραφείς, εκδότες, ηθοποιοί, άσχετοι, σκηνοθέτες, περαστικοί, επιχειρηματίες, αργόσχολοι. Έχει μακράν τα καλύτερα γκαρσόνια στην Αθήνα, αφού άλλωστε είναι από τα λίγα καφενεία όπου συναντάς τα ίδια γκαρσόνια επί δέκα και δεκαπέντε συναπτά έτη [...] Το Φίλιον πάντως γράφει την ιστορία του, έχει δημιουργήσει το μύθο του. Τριγύρω υπάρχουν ένα σωρό καφέ και μπαρ, σε μερικά από αυτά συναντάς σίγουρα μεγαλύτερη κινητικότητα, εξυπνότερες φατσούλες (π.χ. στο Rosebud ή στο Σκουφάκι για να μην πούμε για Big Apple, Γουρουνάκια κ.λπ., που είναι άγνωστες χώρες), μα για κανένα από αυτά δεν θα ακούσεις να λένε και να γράφουν κάτι του τύπου «δηλαδή για να είμαι συγγραφέας πρέπει να συχνάζω στο Φίλιον και να μιλάω επιτηδευμένα;» ή, για πολιτικό, ότι «έχει μάθει να πολιτεύεται στο Φίλιον».
Κώστας Κατσουλάρης, Μικρός Δακτύλιος, εκδόσεις Ελληνικά Γράμματα, πρώτη έκδοση 2007. Τα κείμενα συνοδεύονται από φωτογραφίες του Καμίλο Νόλλα (kamilonollas.com), τραβηγμένες από κινητό τηλέφωνο.