Η πιο συζητημένη «ελληνική» ταινία της χρονιάς είναι οι 300, με περισσότερα από 1 εκατομμύριο καταγεγραμμένα εισιτήρια. Τόσο μεγάλη ήταν η χαρά των περισσοτέρων θεατών που επιτέλους οι Έλληνες τους έσκισαν και μετά πέθαναν σαν ήρωες, που το εντυπωσιακό splatter-travesty του Ζακ Σνάιντερ πήρε αυτόματα την ιθαγένεια και ο ίδιος ο σκηνοθέτης μπορεί να κάνει δωρεάν διακοπές στη Σπάρτη εφ' όρου ζωής, αν ποτέ το επιθυμήσει. Είναι δε, η πρώτη ταινία που εμπνέει όνομα εφημερίδας, αν και η έκδοση δεν στάθηκε στο ύψος των πολεμιστών και ανεστάλη αμαχητί. Τελικά έχουμε μεγάλη καΐλα με την εθνική δικαίωση στα μάτια τα δικά μας πρώτα απ' όλα - και μετά νομίζουμε πως κάτι έχουμε να αποδείξουμε και θα το δουν και οι βάρβαροι που μας θεωρούν ξεφτιλισμένους και εσαεί σοδομιζόμενους. Και ο Ελ Γκρέκο τα πήγε περίφημα σε άλλο τόνο, πιο ευγενή και αριστοκρατικό. Έτσι εδραιώνεται μια τάση που είχε διαφανεί με την Πολίτικη Κουζίνα: οι ελληνοκεντρικές ταινίες, με θέμα την ξενιτιά, την ιστορία, τις ρίζες και τη σπουδαιότητα ή την αρχοντιά της φυλής μας, έχουν μεγάλο έρεισμα και βάζουν στις αίθουσες κόσμο που δεν έχει τη συνήθεια να ξεκουνιέται από το σπίτι του, ή βλέπει την έξοδο με πιο μεθυσμένο μάτι. Αντίθετα, τα νούμερα δείχνουν πως τον Αλβανό δεν τον αντέχουμε ούτε σε μισό καρέ. Το Έντουαρτ είχε την τύχη των προηγούμενων παρόμοιων, καλύτερων ή χειρότερων, ελληνικών ταινιών με ήρωες μετανάστες, γιατί ό,τι και να πούμε εμείς ή τα βραβεία, η ιδέα και μόνο του ξένου στη χώρα μας αναδίδει την προοπτική μιας μιζέριας. Κάτω από αυτήν τη λογική, οι 300 είχαν ένα από τα πιο ταιριαστά happy end και ο Γκρέκο, με την τελική αθώωσή του, λογίζεται ως η ύστατη feelgood ταινία της χρονιάς.

Τοελληνικό σινεμά, όπως το είδα εκτεθειμένο στη Θεσσαλονίκη, είναι απογοητευτικό. Οι τάσεις του είναι σαφείς. Έχουμε μια με δύο μεγάλες ταινίες το χρόνο, στο στυλ Νύφες και Γκρέκο, που θα κάνουν τα εισιτήρια και θα σαρώσουν τα βραβεία γιατί έχουν παραγωγή, αρτιότητα και κάποιον γνωστό σκηνοθέτη να εγγυάται και τα δύο. Έχουμε κωμωδίες που δεν παίρνουν κανένα βραβείο, αλλά προσελκύουν τον κόσμο στα σινεμά, σαν τις παλιές του εμπορικού κινηματογράφου στην άνθησή του. Αυτές έχουν ανανεώσει τη δυναμική επανεμφάνιση του είδους που ξεκίνησε με το Safe Sex, πέρασε μια κάμψη, και τώρα παγιώνεται, με τις εταιρείες διανομής - παραγωγής - εκμετάλλευσης (βλέπε Influentials) να προσλαμβάνουν έμπειρους παραγωγούς και να τις φροντίζουν σοβαρά, από το τραγούδι κράχτη που θα σύρει το χορό μέχρι τη στρατηγική προώθησης, τις αφίσες και την κλιμάκωση των διαφημιστικών καταχωρήσεων και την τεχνική ποιότητα σε όλα τα επίπεδα. Μετά έχουμε την «καλλιτεχνική» κατηγορία. Αυτό που αντιπροσωπεύει μια ταινία σαν την Πανδώρα, για παράδειγμα. Ένα παλιομοδίτικο σινεμά του δημιουργού, με λιγότερη ομφαλοσκόπηση αλλά πενιχρές αρετές, κάποια κρατικά βραβεία, πλημμελή διανομή ή καθόλου διανομή, ανύπαρκτη προώθηση και νομοτελειακή εμπορική αποτυχία. Είναι το σινεμά που ευνοεί το Κέντρο Κινηματογράφου και δεν αφορά πλέον τον κόσμο, ούτε όμως και τους διανοούμενους. Στην πιο ταπεινή του ταχύτητα, κινούνται οι μικρές ταινίες που έχουν προσωπική ματιά και πάνε να πουν κάτι ιδιαίτερο, ανθρώπινο, τοπικό. Όπως το Ροζ του Αλέξανδρου Βούλγαρη και οι Κλέφτες του Μάκη Παπαδημητράτου, που βγήκαν στις αίθουσες, ή το Valse Sentimentale της Αλεξάνδρας Βούλγαρη και η Διόρθωση του Θάνου Αναστόπουλου, που βραβεύτηκαν και, πρώτα ο Θεός, θα προβληθούν του χρόνου. Δεν έχουν όμως επείγουσα σημασία, σεναριακή δύναμη ή την υφολογική ανησυχία, την κόψη ή την αιχμή που θα τις καταστήσει απαραίτητες ή τουλάχιστον αξιοπρόσεχτες. Από αυτά που είδαμε τη χρονιά που πέρασε, για συγκεκριμένους λόγους, προτιμώ τηνΚινέττα του Λάνθιμου για το συμπαγές της στυλιζάρισμα και μια αξέχαστη λούπα γεμάτη αποχρώσεις, σαν οπτικό σάουντρακ που κολλάει στο μυαλό, και θεωρώ πως το πιο συγκινητικό θέμα με άξονα την ιστορική μας μνήμη ήταν το ντοκιμαντέρΈνα Τραγούδι για τον Αργύρη. Και τοSugartown είχε την αλήθεια της ελαφρότητας και της ευθύνης του. Ελπίζω στο βάθος τους, γιατί τα εισιτήριά τους ήταν ανύπαρκτα - και είναι μέγα λάθος να κρίνει κανείς αποκλειστικά με την εμπορική μεζούρα του σήμερα.

Ο λόγος που ανέφερα το ελληνικό σινεμά στην αρχή ήταν γιατί δεν το έκανα αμέσως μετά τα Κρατικά Βραβεία. Αλλιώς, δεν πιστεύω στη διαφοροποίησή του από το«ξένο» και δεν καταλαβαίνω τι ακριβώς σημαίνει στο φινάλε. Μόνο τώρα, που η περίπτωση των ελληνικών blockbusters δεν είναι περιστασιακή αλλά συστηματική, πρέπει να απασχολεί η αιτία και η πιθανή επίπτωση. Το σινεμά είναι μια παγκόσμια υπόθεση. Έτσι οφείλει να είναι τουλάχιστον, ειδάλλως γίνεται εθνική υπόθεση στα πρότυπα της Eurovision και της μπάλας.

Φυσικά, το 2007 γιόρτασε μια μεγάλη εξαίρεση, τις θαυμάσιες Ζωές των Άλλων, μια γερμανική ταινία με πολιτικό αντίλαλο, που ως και από την επαρχία ήρθαν να τη δουν. Φαινόμενο που δεν ακολούθησαν κι άλλες ευρωπαϊκές παραγωγές, πολύ καλές και διαφορετικές, όπως ο Λαβύρινθος του Πάνα, οι Ιδιωτικοί Φόβοι, το Hot Fuzz, η Περσέπολις, το Υπηρέτησα τον Βασιλιά της Αγγλίας, ή ο Επισκέπτης από την ανερχόμενη Κορέα. Δύο μεγάλοι, ο Λιντς και ο Ίστγουντ, έβγαλαν δυο μεγάλες ταινίες (Inland Empireκαι Γράμματα από το Ίβο Τζίμα), η Pixar συνεχίζει με δύναμη και εφευρετικότητα με τον Ρατατούη της, ο Πολ Γκρίνγκρας καθιερώνεται πλέον ως ένας σπουδαίος μάστορας της περιπέτειας με το Τελεσίγραφο του Μπορν, ενώ από το πουθενά οι 4 μήνεςτου Κριστιάν Μουνγκίου πήραν τις καλύτερες των κριτικών και άρεσαν σε όσους μπήκαν στον κόπο να ζήσουν μια αμαρτωλή στιγμή στην ιστορία της Ρουμανίας. Οι πολιτικές ταινίες που παράγονται στο Χόλιγουντ και αλλού, είτε πρόκειται για περιπέτειες στο στυλ της Έκδοσης Κρατουμένου ή για έμμεσες προειδοποιήσεις για τον οικολογικό κίνδυνο, συμπεριλαμβανόμενων των ντοκιμαντέρ τύπου Πλανήτης Γη, έχουν ακόμη δρόμο να διανύσουν για να μιλήσουν πραγματικά στο κοινό που τους ενδιαφέρει. Διότι το κοινό που είναι ενήλικο και μυημένο και παλιότερα έψαχνε στις αίθουσες τις καλλιτεχνικές του ανησυχίες φέτος είχε και έναν παραπάνω λόγο να μπαϊλντίσει: οι 5-6 ταινίες εβδομαδιαίως δεν του άφησαν και πολύ περιθώριο να αντιδράσει ψύχραιμα και να παρακολουθήσει τι γίνεται. Και να δείτε του χρόνου τι θα γίνει. Προβλέπονται περισσότερες, καμιά 300αριά (πάλι αυτό το νούμερο;).