ΠΑΡΑ ΤΗΝ ΠΡΟΟΔΟ της επιστημονικής έρευνας σχετικά με τις συνέπειες του καπνίσματος, εξακολουθεί να υπάρχει η αντίληψη ότι η νικοτίνη είναι ο βασικός ένοχος. Όμως το κυρίως ζήτημα όσον αφορά τα προβλήματα που προκαλεί το τσιγάρο εντοπίζεται στην καύση, κατά τη διάρκεια της οποίας σχηματίζονται πολλές επιβλαβείς ή δυνητικά επιβλαβείς χημικές ουσίες. Παρ' όλα αυτά, δεν θα πρέπει να μείνει η εντύπωση ότι η νικοτίνη είναι ακίνδυνη, καθώς παραμένει μια εθιστική ουσία.

 

— Τι γνωρίζουμε για τη νικοτίνη;

Η νικοτίνη είναι το πιο γνωστό συστατικό που περιέχει το φυτό του καπνού, ενώ αποτελεί το βασικό συστατικό των θεραπειών υποκατάστασης που έχουν σχεδιαστεί για να βοηθήσουν τους καπνιστές να διακόψουν το κάπνισμα. Στην ίδια οικογένεια με το φυτό του καπνού (βλ. οικογένεια Solanaceae) περιλαμβάνονται επίσης οι ντομάτες (~332 ng νικοτίνης ανά τεμάχιο κατά μέσο όρο), οι πατάτες (~675 ng) και οι μελιτζάνες (~525 ng).

 

Η έρευνα εκτιμά ότι ο μέσος άνθρωπος λαμβάνει περίπου 1.400 ng νικοτίνης καθημερινά μέσω της τροφής. Αντίστοιχα, ένα μόνο τσιγάρο περιέχει ~12 mg νικοτίνης, δηλαδή 18 χιλιάδες φορές περισσότερη νικοτίνη από μια πατάτα, κατά μάζα. Αλλά μόνο ένα κλάσμα (<2 mg) αυτής της νικοτίνης μεταφέρεται στο αέριο του καπνού ενός τσιγάρου με την καύση.

 

Οι καπνιστές που δεν μπορούν να διακόψουν αυτήν τη βλαβερή συνήθεια θα μπορούσαν να πάρουν τη νικοτίνη που χρειάζονται από εναλλακτικά προϊόντα, τα οποία δεν κάνουν καύση, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν ένα μειωμένο προφίλ κινδύνου.


— Τι ακριβώς προκαλεί η νικοτίνη στον εγκέφαλό μας;

Χρειάζεται λίγος χρόνος (από περίπου 10'' για το τσιγάρο έως και μία ώρα για τα επιθέματα νικοτίνης) μετά την έναρξη χρήσης για να φτάσει η νικοτίνη στον εγκέφαλο. Μόλις εισέλθει στον εγκέφαλο, η νικοτίνη μπορεί να διεγείρει και τελικά να επηρεάσει τις βραχυπρόθεσμες λειτουργίες του εγκεφάλου, όπως το συναίσθημα, τη μάθηση και τη μνήμη.

 

Η δράση της νικοτίνης στον εγκέφαλο μπορεί επίσης να προκαλέσει φυσιολογικές επιδράσεις εκτός του εγκεφάλου. Για παράδειγμα, απελευθερώνεται η αγγελιοφόρος επινεφρίνη στην κυκλοφορία του αίματος, οδηγώντας σε προσωρινή στένωση των αιμοφόρων αγγείων, υψηλότερη αρτηριακή πίεση και αυξημένο καρδιακό ρυθμό.

 

Τέλος, η χρόνια έκθεση στη νικοτίνη έχει ως αποτέλεσμα την ανοχή, δηλαδή μειωμένη απόκριση στην ίδια δόση νικοτίνης, και την ευαισθητοποίηση, η οποία είναι μια αυξημένη απόκριση στην ίδια δόση νικοτίνης. Αυτές οι αλλαγές στην απόκριση στηρίζουν την ανάπτυξη της εξάρτησης και μπορούν να οδηγήσουν σε προσωρινά συμπτώματα στέρησης όταν κάποιος προσπαθεί να σταματήσει το κάπνισμα.


— Πόση νικοτίνη παίρνουμε ανάλογα με τι προϊόν χρησιμοποιούμε;

Με το τσιγάρο, τα μέγιστα επίπεδα νικοτίνης του αίματος επιτυγχάνονται σε περίπου έξι έως δέκα λεπτά. Στη συνέχεια, το επίπεδο της νικοτίνης πέφτει περίπου κατά το ήμισυ κάθε δύο ώρες κατά μέσο όρο. Οι περισσότερες θεραπείες υποκατάστασης νικοτίνης (NRTs) δεν παρέχουν το ίδιο φαρμακοκινητικό προφίλ με το συμβατικό τσιγάρο, επομένως είναι λιγότερο πιθανό να ικανοποιήσουν την ανάγκη του καπνιστή για νικοτίνη.


Αντιθέτως, για άλλα προϊόντα πρόσληψης νικοτίνης, όπως αυτά της θέρμανσης καπνού, έρευνες δείχνουν ότι δημιουργούν ένα προφίλ επιπέδων νικοτίνης παρόμοιο με αυτό του τσιγάρου. Σύμφωνα με δύο μελέτες στην Ιαπωνία, η μέγιστη συγκέντρωση νικοτίνης στο αίμα εμφανίστηκε περίπου έξι λεπτά μετά την έναρξη χρήσης του προϊόντος, ξεπέρασε το επίπεδο του 88%, που επιτυγχάνεται με το συμβατικό τσιγάρο, και έχει πιθανότητες να πλησιάσει στο 100%, καθώς ο καταναλωτής εξοικειώνεται περισσότερο με τη χρήση αυτών των προϊόντων.


— Η μείωση της βλάβης και η μεγάλη ευκαιρία που αντιπροσωπεύει;

Η διακοπή του καπνίσματος παραμένει ο καλύτερος τρόπος για τη μείωση του κινδύνου εμφάνισης ασθενειών που σχετίζονται με αυτό. Οι υπολογισμοί από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας όμως είναι ότι 1 δισεκατομμύριο άτομα μέχρι το 2025 θα συνεχίσει να καπνίζει. Τι θα γίνει με αυτούς; Αρκετοί φορείς στον χώρο της δημόσιας υγείας παγκοσμίως συμφωνούν ότι οι πολιτικές που στηρίζουν τη μείωση της βλάβης από το κάπνισμα είναι προς τη σωστή κατεύθυνση. Δηλαδή λένε ότι οι καπνιστές που δεν μπορούν να διακόψουν αυτήν τη βλαβερή συνήθεια θα μπορούσαν να πάρουν τη νικοτίνη που χρειάζονται από εναλλακτικά προϊόντα, τα οποία δεν κάνουν καύση, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν ένα μειωμένο προφίλ κινδύνου.