ΚΕΝΤΡΟ ΑΘΗΝΑΣ, στον εκδοτικό μου οίκο. Έχω να υπογράψω κάτι βιβλία για μια εταιρεία στην οποία έδωσα ομιλία. Με περιμένει λίστα με ονόματα: Γιάννης, Μαρία, Νίκος, Γιώργος, κι άλλος Γιώργος, Κωνσταντίνος, Λυδία. Βγαλμένα λες από αναγνωστικό δημοτικού. Από κείνα τα μαγικά χρόνια που φορούσαμε μπλε ποδιές και άσπρα γιακαδάκια. Που βλέπαμε μόνο το καλό. Που τρέχαμε, αντί να περπατάμε. Που γελάγαμε, αντί να γκρινιάζουμε. Που η ψυχή μας ήταν γεμάτη αγάπη.

 

Σε λίγο η στοίβα με τα βιβλία είναι έτοιμη και καθένα είναι έτοιμο να πάει στον τελικό του ιδιοκτήτη, με το όνομά του και την υπογραφή μου. Για μένα, έτσι θα έπρεπε να είναι όλα τα βιβλία. Υπογεγραμμένα από τον δημιουργό τους. Αλλιώς είναι ημιτελή.

 

Έχω τελειώσει κι έχω χρόνο μπροστά μου. Μεγάλη ιστορία να έχεις χρόνο. Ο χρόνος είναι από τις βασικότερες μορφές πλούτου. Τον χρόνο δεν θα σου τον δώσει κανείς. Εσύ θα τον δημιουργήσεις. Αποφασίζω να με πάω στο αγαπημένο μου σουβλατζίδικο στην Ομόνοια. Να με περιποιηθώ. Μεγάλη ιστορία να σε περιποιείσαι. Νομίζω, η σημαντικότερη της ζωής σου.

 

Περπατάω αμέριμνος στους δρόμους της Αθήνας και ολίγον αργόσχολος. «Αθκιασερός», που λέει ο φίλος μου ο Πάρης από την Κύπρο. Συναντάω αγχωμένους περαστικούς, κουρασμένους μεσήλικες, βιαστικούς φοιτητές, νέα παιδιά. Και κάτι ζευγαράκια που απολαμβάνουν τη μέρα, σαν κι εμένα. Αθκιασεροί κι αυτοί.

 

Τότε κυριαρχούσαν τα δισκάδικα, ο Ελευθερουδάκης, ο Πάλλης κι άλλη μια ντουζίνα αλυσίδες εποχής που μόνο σε vintage καταχωρίσεις θα βρεις πια.

 

Το σουβλατζίδικό κλειστό, δυστυχώς. Δεν χαλιέμαι. Επιστρέφω, αλλά από άλλο δρόμο αυτήν τη φορά. Από κέντρο Ομόνοια, απ' όλα αυτά τα μαγικά σημεία όπου μας κατέβαζε η γιαγιάκα μου Χριστούγεννα και Πάσχα. Από Μινιόν, Λαμπρόπουλο και Κατράντζο, κάπου εκεί στη δεκαετία του '70, τότε που η βροχή μύριζε πιο δυνατά τον χειμώνα και το νυχτολούλουδο πιο έντονα το καλοκαίρι.

 

Περπατάω επί της Πατησίων και θυμάμαι την πρώτη φορά που είχα κατέβει με τον ηλεκτρικό Ομόνοια, κάπου στη Β' Λυκείου, για να βρω τον Ηράκλειτο, το φροντιστήριο όπου θα πήγαινα. Δεν είχα ιδέα από το κέντρο της Αθήνας τότε. Το μεγαλύτερο δώρο που μου έκαναν οι γονείς μου ήταν που με άφηναν να ανακαλύπτω πράγματα μόνος μου.

 

Με το που πρωτοκατέβηκα Ομόνοια, ήταν σαν να με είχες αφήσει τουλάχιστον στο κεντρικότερο σημείο της Νέας Υόρκης. Έψαχνα χαμένος να αντιστοιχίσω τους δρόμους με τα πραγματικά τους ονόματα. Να βρω τα πατήματά μου στο πεζοδρόμιο. Να περάσω τις πολύβουες διαβάσεις. Τότε κυριαρχούσαν τα δισκάδικα, ο Ελευθερουδάκης, ο Πάλλης κι άλλη μια ντουζίνα αλυσίδες εποχής που μόνο σε vintage καταχωρίσεις θα βρεις πια. Χαμένος, ολίγον φοβισμένος, αλλά και συνεπαρμένος από το καινούργιο. Από το ανεξερεύνητο. Μαλλί φράντζα, πιο αδύνατος από ποτέ, κάπου στα 15 μου, με ένα μοναδικό μείγμα εφηβείας, νιότης, φόβου, τεστοστερόνης αλλά και μαγείας.

 

Όλα αυτά στριμώχνονται υπέροχα και μοναδικά στο τώρα μέσα στο μυαλό μου. Ο έφηβος Στέφανος μαζί με τον 8χρονο Στεφανάκο, με το ένα χέρι να βαστάει σφιχτά εμένα η γιαγιάκα μου και με το άλλο τον Αντωνάκη, τον αγαπημένο μου ξάδερφο. Όλα αυτά τα φέρνω σήμερα, στα 52 μου, στο μυαλό μου και είμαστε τρεις οι Στέφανοι. Τρεις σε ένα και ένας σε τρεις. Ο ένας δίπλα στον άλλον, ο ένας πάνω στον άλλον, πιο πολύ όμως ο ένας μέσα στον άλλον.

 

Έβλεπα την «Τέλεια Ομορφιά» ξανά προχθές, αυτή την υπέροχη σύγχρονη ιταλική ταινία με όλα τα στοιχεία της υπερβολής, του σουρεαλισμού αλλά και του συναισθήματος που μόνο ένας Φελίνι θα μπορούσε να (ξανα)δημιουργήσει. Είναι λίγο πριν από το τέλος. Λίγο πριν ο ήρωας αποχαιρετήσει τον μάταιο τούτο κόσμο. Βρίσκεται στη γέφυρα του πλοίου και ατενίζει το ατέλειωτο μπλε που τον περιμένει. Όλη η ζωή του περνάει μπροστά του σε κλάσματα του δευτερολέπτου. Η ταινία κλείνει με την τελευταία εικόνα που φέρνει στο μυαλό του. Είναι δεκαπέντε χρονών και βρίσκεται με τον πρώτο του έρωτα στα βραχάκια. Η δεκαπεντάχρονη καλλονή τον κοιτάει αθώα αλλά και αφάνταστα θελκτικά την ώρα που ξεδιπλώνει την τέλεια ομορφιά της μπροστά στα μάτια του. Ο δεκαπεντάχρονος εξαφανίζεται και στη θέση του μπαίνει ξαφνικά ο τωρινός πρωταγωνιστής. Την κοιτάζει με τα μάτια του δεκαπεντάχρονου, συνεπαρμένος κι αυτός από την τέλεια ομορφιά της. Είναι η τελευταία του εικόνα, λίγο πριν διαβεί τη Μεγάλη Πύλη.

 

Κάπου εκεί, στη δική μου βόλτα στο κέντρο, ξαναφέρνω στο μυαλό μου τη σκηνή αυτή. Περπατάω και αναρωτιέμαι ποια θα είναι δική μου τελευταία εικόνα. Νομίζω, θα είναι κάπου εκεί, στη δεκαετία του '70, με τα ξανθά φουντωτά μαλλάκια μου μπροστά στη βιτρίνα του Μινιόν, θαμπωμένος από αυτό το υπέροχο μοναδικό τρενάκι που τσουλάει ανάμεσα σε φαντασμαγορικές πεδιάδες, λαγκάδες και τούνελ. Και κάπου εκεί η αγαπημένη μου γιαγιάκα να με χαζεύει με τον δικό της μοναδικό τρόπο.

 

Αυτή (θα) είναι η δική μου τέλεια ομορφιά.