Aντιφασιστικό σύνθημα σε τοίχο της Αθήνας
Aντιφασιστικό σύνθημα σε τοίχο της Αθήνας

 

Χαρακτηριστικό παράδειγμα, η επίμαχη τροπολογία στον νέο Μεταναστευτικό Κώδικα που προέβλεπε απελάσεις μεταναστών οι οποίοι καταγγέλλουν «ψευδώς» περιστατικά ρατσιστικής βίας. Αποσύρθηκε κι επανακατατέθηκε τρεις φορές (μεγάλη πίεση επ'αυτού άσκησαν οι συνδικαλιστικές ενώσεις αστυνομικών και λιμενικών) προτού εντέλει «παγώσει», ευτυχώς για τους υποψήφιους παθόντες αλλά και την κοινή λογική. Διότι τι άραγε σημαίνει «καταγγέλλουν ψευδώς»; Θέλουν κάποιοι δηλαδή να πιστέψουμε ότι π.χ. ο Ναζίρ από το Αφγανιστάν παράτησε σπίτι κι οικογένεια και διέσχισε άφραγκος, πεινασμένος και κουρελής τη μισή Ασία διακινδυνεύοντας τα πάντα επειδή του κάπνισε να δυσφημήσει τα σώματα ασφαλείας μας; Ποιον δουλεύουν; Ακόμα κι αν πιστέψουμε ότι κάποιοι είναι «δασκαλεμένοι» (από ποιους;), το ρίσκο που παίρνουν ψευδόμενοι μοιάζει δυσανάλογο των ωφελημάτων που υποτίθεται πως θα έχουν.

 

Αν είναι πάντως κάποιοι να εκβιαστούν, οι πιο ευάλωτοι είναι σίγουρα οι μετανάστες... Και ειδικά όσοι δεν έχουν χαρτιά, η πλειοψηφία δηλαδή, στους οποίους κάποια άρθρα του Κώδικα απαγορεύουν την πρόσβαση σε δημόσιες υπηρεσίες, την πρόσληψη σε εργασία ή την ενοικίαση ακινήτου, προβλέποντας κυρώσεις για εκμισθωτές, εργοδότες, «ανυπάκουους» υπαλλήλους ή απλά αλληλέγγυους! Μιλάμε κανονικά για θεσμικό ρατσισμό, χώρια το κοινωνικό χάος που θα προκληθεί σε έναν Κώδικα που έστω άτολμα, διστακτικά κι ανακόλουθα δείχνει θετικότερος απέναντι στους νόμιμους, τουλάχιστον, μετανάστες κι ας διατηρεί ακριβοθώρητη την ιθαγένεια.


Κατατίθεται, εξάλλου, επιτέλους προς ψήφιση μέσα στο επόμενο διάστημα ο νέος αντιρατσιστικός νόμος, που προβλέπει φυλάκιση τριών μηνών έως τριών ετών και χρηματική ποινή από 5.000-20.000 ευρώ για όποιον «προκαλεί, διεγείρει ή προτρέπει σε πράξεις ή ενέργειες που μπορούν να προκαλέσουν διακρίσεις ή μίσος κατά προσώπου ή ομάδας προσώπων τα οποία προσδιορίζονται με βάση τη φυλή, το χρώμα, τη θρησκεία, τις γενεαλογικές καταβολές, την εθνική καταγωγή, τον γενετήσιο προσανατολισμό και τη σωματική ακεραιότητα». Το ίδιο και για όποιον «εγκωμιάζει, επιδοκιμάζει ή αρνείται κακόβουλα (προφορικά, στα ΜΜΕ ή στο Διαδίκτυο) τη σημασία των εγκλημάτων γενοκτονίας ή κατά της ανθρωπότητας, των εγκλημάτων πολέμου, του Ολοκαυτώματος και του ναζισμού». Τα θύματα-μηνυτές απαλλάσσονται, μάλιστα, από το σχετικό παράβολο. Ανάλογα θα τιμωρείται όποιος «από πρόθεση διεγείρει ή παροτρύνει σε διάπραξη φθοράς ή βλάβης πραγμάτων που χρησιμοποιούν μειονοτικές ομάδες και από τις ενέργειες αυτές υπάρχει κίνδυνος για τη δημόσια τάξη». Προβλέπεται επίσης διοικητικό πρόστιμο 10.000-100.000 ευρώ, αποκλεισμός από δημόσιες παροχές, επιχορηγήσεις, επιδοτήσεις, διαφημίσεις προμήθειες κ.ά. για διάστημα ενός έως έξι μηνών σε πολιτικά κόμματα ή ενώσεις προσώπων που συνδέονται με ρατσιστικές ενέργειες, ενώ όσο αφορά τη ραδιοτηλεόραση τις κυρώσεις θα επιβάλει το ΕΣΡ (εδώ σε θέλω!).

 

Σημαντικό είναι ότι για πρώτη φορά και ύστερα από μακροχρόνια διαβούλευση περιλαμβάνεται ο ερωτικός/σεξουαλικός προσανατολισμός (όπως και η σωματική ακεραιότητα), έστω κι αν το νομοσχέδιο φαίνεται να επιμένει στον αδόκιμο όρο «γενετήσιος», ενώ πιθανότατα προστίθεται η προστασία από τις διακρίσεις λόγω ταυτότητας φύλου, μια επίσης θετική εξέλιξη. Την ίδια στιγμή, ωστόσο, «έφαγε πόρτα» τροπολογία για την επέκταση του συμφώνου συμβίωσης στα ομόφυλα ζευγάρια, με τον υπουργό Δικαιοσύνης να δηλώνει ότι το θέμα «θέλει περισσότερη συζήτηση» (μα πόση πια; έχει μαλλιάσει η γλώσσα μας!) και πετώντας το μπαλάκι στις νομοπαρασκευαστικές επιτροπές του υπουργείου του. Ζήσε Μάη μου, δηλαδή. Είναι, εντούτοις, μάλλον υπεραισιόδοξο να περιμένει κανείς κάτι καλύτερο από αυτή την κυβέρνηση, όταν και η υποψήφια επόμενη δεν έχει πείσει ότι θεωρεί προτεραιότητα ένα τέτοιο ζήτημα.

 

 


Κι ενώ τίποτε ακόμη δεν είναι οριστικό, εφόσον το πότε ακριβώς θα κατατεθεί για ψήφιση το νομοσχέδιο παραμένει ασαφές (ο υπουργός Δικαιοσύνης είπε ένα αόριστο «εντός των ημερών», αφήνοντας πάντως να εννοηθεί ούτε οι εξελίξεις, ούτε η διεθνής πίεση αφήνουν πολλά περιθώρια αναβολής), η γενική εκτίμηση είναι ότι, με όλες τις τυχόν ανεπάρκειές του, έρχεται να καλύψει κενά χρόνων, με την προϋπόθεση φυσικά να υπάρξει η ανάλογη πολιτική βούληση για την εφαρμογή του. Οι γκρίνιες, τώρα, πως τέτοιοι νόμοι θέτουν τάχα σε κίνδυνο την ελευθερία της γνώμης, μάλλον αφελείς φαντάζουν όταν δεν είναι σκόπιμες. Όχι, προτιμώ να ρισκάρω την ελεύθερη έκφραση μιας ελεγχόμενης ως ρατσιστικής άποψης όταν μπαίνουν μπροστά ζητήματα ζωής, αξιοπρέπειας και θεμελιωδών ανθρώπινων δικαιωμάτων. Τελεία! Και εδώ είμαστε για να κρίνουμε τυχόν απόπειρες παρερμηνείας, που σε κάθε νόμο άλλωστε μπορεί να υπάρξουν.

 

Το πλέον θεμελιώδες είναι, βέβαια, να αλλάξουν νοοτροπίες κι αγκυλώσεις ριζωμένες χρόνια τώρα στην ελληνική κοινωνία με την ανοχή ή και την οιωνεί ενθάρρυνση της επίσημης Πολιτείας, πράγμα που κανένας νόμος δεν θα καταφέρει από μόνος του, όσο «Δρακόντειος» κι αν είναι. Να αποκτήσουμε παιδεία αποδοχής και συνύπαρξης με όσους έχουν διαφορετικό χρώμα, εθνότητα ή καταγωγή, όσους πιστεύουν, προσεύχονται ή ερωτεύεται διαφορετικά, όσους δεν είναι αρκετά όμορφοι, καλοσχηματισμένοι ή αρτιμελείς, όσους απλά δεν μας μοιάζουν. Να γίνουμε, κοντολογίς, πιο κοσμοπολίτες, πιο «Αλεξανδρινοί» αν θέλετε, απομονώνοντας τους νεόκοπους νοσταλγούς του Άουσβιτς και τους «Ελληνάρες» της διπλανής πόρτας που προσβάλλουν την αισθητική, την ευαισθησία και τη νοημοσύνη μας. Γιατί Ελλάδα δεν είναι μόνο αυτός ο κόσμος - αλίμονο. Είναι κι όσοι αγωνίζονται για να μη φτάσουν να νιώθουν, μ΄αυτά και μ΄αυτά, ξένοι στην ίδια τους τη χώρα, είτε με τις δράσεις και τις συναναστροφές, είτε με τον τρόπο ζωής τους. Και είναι – είμαστε – σίγουρα περισσότεροι. Κανείς πια μόνος του, κανείς αποσυνάγωγος, κανείς πια «ξένος».