Πρώτη Κυριακή στην πόλη. Ήρθαν φίλοι στο σπίτι να φάμε.

Η Μαρίνα Φ. πήρε στην αγκαλιά της τη Λούλα (καθόλου δεν της άρεσε -της Λούλας)

 

 

Είναι ωραίο να τρως με φίλους. Τι άλλο αξίζει στη ζωή; Να είσαι ελεύθερος και δημιουργικός, να είσαι υγιής, να ταξιδεύεις, και να αγαπάς -τους φίλους σου και τον άνθρωπό σου.

 

Αυτό το καλοκαίρι ξεκαθάρισαν πολλά πράγματα. Σα να μου αποσαφηνίστηκε ξαφνικά (δεδομένης της αγριότητας που υποφώσκει στην πόλη) τι είναι σημαντικό και τι επουσιώδες. Γύρισα με λαχτάρα να δώ τους ανθρώπους που αγαπώ.

 

 

Χθες βράδυ στην πλατεία της Μητρόπολης συνάντησα έναν από τους πιο ενδιαφέροντες Έλληνες σήμερα: τον Βασίλη Διοσκουρίδη.

 

 

Είναι ο δημιουργός του Εκηβόλου, πατέρας του δικού μας Σταύρου και μια μορφή που μυστικά ή φανερά έχει επηρεάσει πλήθος πνευματικών ανθρώπων. Ολιγογράφος, αλλά με πνεύμα και συμβουλές που κυλάνε σα νερό στα κοφτά λόγια του, τα οποία εκφέρονται με στόμφο και χιούμορ.

 

(Κάποιος στην παρέα τού είπε ότι διάβασε το καλοκαίρι το ''Ζοφερό Οίκο'' του Ντίκενς. ''Είναι λάθος να μεταφράζεται το Bleak Ηouse Zoφερός Οίκος'' είπε σα να μιλά από τον άμβωνα προς ένα ιδιαζόντως αμαρτωλό ποίμνιο . ''Το σωστό είναι Το σπίτι του Ζόφου. Σπίτι είναι, όχι Οικος Ραπτικής!'')

 

Μη κοιτάτε το βλοσυρό του ύφος. Σπάνια η βαθειά γνώση και η καλλιέργεια συνδυάζονται με τέτοιο ανατρεπτικό και γεμάτο χάρες μυαλό.

 

Εκεί που καθόμασταν πέρασε και το γκαρσόνι που θυμόμασταν χρόνια στο Δυρό, και μάς ανήγγειλε με μια κάποια επισημότητα ότι το κλασικό εστιατόριο της οδού Ξενοφώντος έκλεισε πριν λίγες μέρες, οριστικά.

 

 

''Εχω εγώ σερβίρει τον Κουν, έχω σερβίρει τον Αξελό. Έχω σερβίρει ζωγράφους, φιλόσοφους, ποιητές. Αλλά όλα κάνουν τον κύκλο τους!''

 

**

 

Σήμερα το μεσημέρι είπαμε πιο ευχάριστα πράγματα. Για τη Μπιενάλε της Θεσσαλονίκης, το πείραμα του Μεταξουργείου (χωράει πολύ νερό η συζήτηση αν είναι ορθές  οι κινήσεις του Ιάσωνα Τσάκωνα -του developer που αγόρασε σωρηδόν κτίρια στην περιοχή και προσπαθεί να τους ανεβάσει την αξία χρησιμοποιώντας το Art crowd ως λαγό), τα αίματα που βρίσκεις κάθε δέκα μέτρα στη  Ιάσωνος, από τα τζάνκι.

 

Τα ωραία βέβαια ήρθαν μετά, όταν μιλήσαμε για του Άλλους.

 

(Άγγελος Π. και Σωκράτης Σ.)

 

Το βραδάκι είδαμε στο Ζέφυρο Τα 39 Σκαλοπάτια του Χίτσκοκ.

 

 

Η προβολή ήταν από ένα φτηνό dvd και μύριζε ούρα γατιών, αλλά η ταινία ήταν τόσο έξυπνη και σβέλτη (η πρώτη σπουδαία ταινία του Χίτσκοκ), τα μισοπαρατημένα παρτέρια ήταν σαν αυλή θείας και στον δροσερό ουρανό, αν χάζευες (που χάζευες) μπορούσες να δείς τα αεροπλάνα σαν ιπτάμενα ψυγεία, φωτισμένα, να γλυστράνε άηχα στο μαύρο μπαμπάκι, στην τακτική τους πτήση Πετράλωνα- Κουάλα Λουμπούρ (είναι απευθείας πτήση!)

 

 

Κάθισα στο μπαλκόνι και διάβασα μονορούφι τη Φαρμακολύτρια (απο τα πιο αγαπημένα μου του Παπαδιαμάντη).

 

 

Ήπια και λίγο για να συγχρονιστώ με τον γέροντα. Κι όταν έγινα λουλούδι από τη μέθη, τη μέσα και την έξω, δηλαδή τώρα που κρατώ έσένα, αγαπημένο μου ημερολόγιο, αποφάσισα να πάω στο κρεβάτι μου, που είναι σαν το λιμάνι της γνωστής καντάδας.

 

 

Είσαι το λιμάνι μου, είσαι η γαλήνη μου

κι έχω ρίξει άγκυρα, άγκυρα για πάντα

(Kαι τα λοιπά και τα λοιπά...)