Προσεχώς και στη χώρα μας: εναλλακτικά λογοτεχνικά εγχειρίδια για «ψαγμένους» μπαμπάδες. Τρομάζει κανείς αν αναρωτηθεί ποιο θα μπορούσε να είναι το «πατρικό» αντίστοιχο του «ευπώλητου» (τι απαίσια λέξη κι αυτή, χειρότερη κι απ’ το «ταχυφαγείο») Μαμάδες Βορείων Προαστείων, αλλά το βέβαιο είναι ότι θα υπάρξει, αφού η σχετική τάση είναι ξεκάθαρη «έξω» και εξαπλώνεται με ρυθμούς γεωμετρικής προόδου.


Πιο πρόσφατο σύμπτωμα, το βιβλίο του Neal Pollack Alternadad, το οποίο εξελίσσεται ραγδαία σε «κόκκινο βιβλιαράκι του Μάο» για τους απανταχού «μπαμπάδες/ροκάδες». Έχοντας διαβάσει κείμενα του συγγραφέα στο παρελθόν, που διακρίνονταν κυρίως για τον αιρετικό και ξεκαρδιστικό κυνισμό τους, στράβωσα λίγο με τη μεταμόρφωσή του σε «καλό κι ανθρώπινο και καθημερινό και συμπονετικά πνευματώδη και λα-λα-λα-λα»… Πώς να μην είσαι δύσπιστος για κάτι –όσο καλογραμμένο κι αν είναι– που μοιάζει να καλύπτει συγκεκριμένη τρύπα στην αγορά χρησιμοποιώντας αυτοβιογραφικό και αναπόφευκτα «πιασάρικο» υλικό (μόλις θυμήθηκα ότι είμαι κακοποιημένος ή υιοθετημένος ή ορφανός ή κι εγώ δεν ξέρω τι, και αποφάσισα να γράψω γι’ αυτό εκπληρώνοντας κι ένα αφηρημένα κοινωνικό χρέος…). 


Επιπλέον, οι όποιες εμπειρίες μου με σύγχρονα «μπαμπαδίστικα» memoirs κατά το παρελθόν –όπως το χαζοχαρούμενα ηθικοπλαστικό Καημένε Μπαμπά του Μπιλ Κόσμπι (από τις «μπεστ σέλερ» εκδόσεις Bell, αν δεν απατώμαι) που βρήκα ένα καλοκαίρι προ αμνημονεύτων ετών στο ντουλαπάκι του αυτοκινήτου του πατέρα ενός φίλου ψάχνοντας για τσιγάρα, ή το απαράδεκτο για τον χειρουργικό ρεβιζιονισμό που επιχειρεί ο συγγραφέας στη νεότητά του Man and Boy του Tony Parsons– ήταν μάλλον δυσάρεστες. 


Αλλά αυτά συνέβαιναν πριν αποκτήσει παιδιά η αλήστου μνήμης πρώην Generation X (βοήθειά μας…). Πρόκειται για τους αποκαλούμενους «yupsters» (yuppie + hipster), «yindies» (yuppie + indie) και άλλες τέτοιες ακαλαίσθητες γλωσσικά μετεξελίξεις του παλαιότερου bobo («μπουρζουά μποέμ», για όσους θυμούνται), για τους οποίους η, έτσι κι αλλιώς «ανώριμη» και «παιδική», ποπ κουλτούρα αποτελεί θρησκεία και ο κυνισμός ακούσιο αντανακλαστικό… 
Ωραία όλα αυτά, αλλά τελικά μιλάμε για άλλη μια marketing σαχλαμάρα που θα ξεχαστεί (τέτοιου είδους ταμπέλες ξινίζουν πολύ γρήγορα), ή για ένα άμεσο αποτέλεσμα του περίφημου Τέλους του Χάσματος Γενεών που υποτίθεται ότι βιώνουμε εσχάτως και για το οποίο υπάρχουν όντως σοβαρές ενδείξεις ότι δεν πρόκειται (εντελώς) για «μόδα», αλλά για φαινόμενο που μουλάρωσε και σκοπεύει να μείνει;


Οι καινούργιοι γονείς έχουν τις ίδιες υπερπροστατευτικές εμμονές με τις αμέσως προηγούμενες γενιές, αλλά θέλουν να διατηρήσουν όσο γίνεται τις εμμονές, τα τικ, τα «Πίτερ Παν» σύνδρομα και τα βασικά συστατικά της «προ αναπαραγωγής» ταυτότητάς τους. Με άλλα λόγια, να συνεχίζουν ν’ ακούνε τις μουσικές τους, να πηγαίνουν στις συναυλίες τους, να πίνουν τα τσιγαράκια τους (πού και πού) κ.ο.κ. –όσο γίνεται, επαναλαμβάνω–, και όταν τα παιδιά κοιμούνται ή είναι σε ασφαλή και νηφάλια χέρια.


Η καβάτζα πάντως στην Ελλάδα υπάρχει πιο προσβάσιμη από αλλού και λέγεται «Παππούς» και «Γιαγιά» (τώρα που τους έχουμε ανάγκη, είναι καλοί ξανά), και μάλιστα τα φρικιά και γενικώς οι «εναλλακτικοί» (προνομιούχοι και μη) με μυαλό είναι οι πρώτοι που εκμεταλλεύονται –με την καλή έννοια– τους γονείς τους για να αφήνουν τα παιδιά και να κάνουν μια προσομοίωση, έστω, της προηγούμενης ζωής τους. Είναι και πρώτης τάξεως ευκαιρία να συγκολλήσει κανείς τη ραγισμένη ενδεχομένως –κατά την εφηβεία ή/και τη νεότητα– σχέση με τους δικούς του γονείς.

Πολλοί από τους «εναλλακτικούς» μπαμπάδες μάλιστα που κάνουν μουσική (κάποιοι υπήρξαν και σταρ του indie ροκ στα νιάτα τους) βγάζουν και πολύ επιτυχημένους δίσκους παίζοντας ένα υβρίδιο παιδικής μπαλάντας και ροκ ύμνου, το οποίο έχουν βαφτίσει με το εντυπωσιακό όνομα «Κοινωνική Μουσική του 21ου Αιώνα για Όλες τις Ηλικίες» (!)


Στην Ελλάδα, βέβαια, υπάρχουν ακόμα πατεράδες που δεν το έχουν σε τίποτε να βάζουν το κοριτσάκι τους να τραγουδά «το νινί σέρνει καράβι», αλλά γενικά είναι δύσκολο να αμφισβητηθεί η κυριαρχία της Λιλιπούπολης ως ιδανικού soundtrack «ποιοτικού χρόνου» ενηλίκων και παιδιών, το οποίο έχει γαλουχήσει ήδη τρεις γενιές. Είναι νωρίς ακόμη για ελληνικό εναλλακτικό παιδικό ροκ… Το Βερολίνο είναι τίγκα στους επιμελώς ατημέλητους μπαμπάδες με καροτσάκια (είναι σαν αξιοθέατο σχεδόν)· στην Αθήνα όμως πού μπορεί να πετύχει κανείς τους 30 και 40 κάτι «Alternadads» με τις φρικοcasual στολές περιπάτου, τα iPod και τους ταχυδρομικούς σάκους; Κυρίως σε καμιά Δεξαμενή, ή ξέμπαρκους στα πιο αστικά προάστια και σε κανένα Γκάζι… 


Λίγοι και σε αραιά διάταξη προς το παρόν, αλλά μοιάζουν να απολαμβάνουν την «αιωνίως νεανίας» φάση τους και τη ροκ μουσική που μοιράζονται με τον σπόρο, ακόμα κι αν κατά βάθος ξέρουν ότι η εφηβεία τον/την περιμένει στη γωνία και μετά τον πιτσιρικά μην τον είδατε μην τον απαντήσατε, όσο cool κι αν είναι ο μπαμπάς του…