Η πατρότητα του τραγουδιού Ένας μάγκας στο Βοτανικό είναι αρκετά μπερδεμένη ιστορία. Άλλοι αποδίδουν τη μουσική του σε τουρκικό χαβά των αρχών του 1930, άλλοι σε παλαιότερη ακόμα παραδοσιακή μελωδία και άλλοι στον Σπύρο Περιστέρη. Μία απ' τα ίδια και για τους στίχους του: Σε κάποιες εκδοχές φαίνεται το όνομα του Μάρκου Βαμβακάρη και σε άλλες αυτό του Χαράλαμπου Βασιλειάδη ή Τσάντα. 

 

Πολλοί επίσης οι τραγουδιστές που τραγούδησαν τον Μάγκα του Βοτανικού σε κάποια από τις προαναφερθείσες βερσιόν του, από τον γλυκόλαλο Ζαχαρία Κασιμάτη και τον Στράτο Παγιουμτζή μέχρι τον Δημήτρη Τζιμ Αποστόλου και τον Στέλιο Καζαντζίδη.

 

 

Στην άνωθεν εκτέλεση με τον Ζαχαρία Κασιμάτη, που διατήρεί αναλλοίωτο τον χασικλίδικο λούμπεν χαρακτήρα των στίχων, γίνεται αναφορά στον διαβόητο Μεντρεσέ, απ' όπου εικάζεται ότι ουσιαστικά ξεκίνησε το ρεμπέτικο ως τραγούδι των φυλακισμένων. Διότι, μεντρεσές ήταν ένα από τα κεντρικά ισλαμικά ιεροδιδασκαλεία της Αθήνας, στους Αέρηδες της Πλάκας, που επί Όθωνος μετατράπηκε σε σωφρονιστικό ίδρυμα και τόπος απαγχονισμού των καταδίκων.

 

Ο τύπος του μάγκα, που περιγράφει το τραγούδι, θα γνώριζε καινούργια αναβίωση μετά τον Α΄Παγκόσμιο Πόλεμο, συνδεδεμένος άμεσα με τη ρεμπέτικη υποκουλτούρα της εποχής. Από τα μικρά μαχαίρια και τα κουμπούρια που έκρυβε κάτω από το ζωνάρι της μέσης του, μπορούσε να κρύβει μαύρο ή και ηρωίνη ακόμη και μέσα στις γυρισμένες μύτες των παπουτσιών του. Σε κάθε περίπτωση, η υπερβολική έπαρση και αυτοπεποίθηση ήταν τα κύρια χαρακτηριστικά ενός ορίτζιναλ μάγκα.

 

 

Στη μεταγενέστερη εκδοχή με τον Στέλιο Καζαντζίδη στο ξεκίνημα της καριέρας του, το 1953, ο παραβατικός χαρακτήρας του μάγκα γίνεται αρκετά πιο...λάιτ και περιορίζεται σε τζόγο, νταηλίκι και γκομενιλίκι. Καμία σχέση εν ολίγοις με τεκέδες, μαύρα και παράνομες ουσίες. Μόνο ο μάγκικος χαρακτήρας του τραγουδιού διασώζεται μαζί φυσικά με την ερμηνεία του Καζαντζίδη σε μία εκτέλεση που η πατρότητα της πιστώθηκε στους Στελλάκη Περπινιάδη - Χαράλαμπο Βασιλειάδη.

 

 

Το ακριβώς αντίθετο έκανε με τη δική του κατάθεση εν έτει 1975 ο Σπύρος Ζαγοραίος. Όχι απλά το γύρισε σε ένα καθαρόαιμο χασικλίδικο ζεϊμπέκικο, αλλά το ερμήνευσε και σε μία απολαυστική, κατά τη γνώμη μου και αρκετά χιουμοριστική, ελληνο-γαλλική αργκό, με ευφάνταστες ανύπαρκτες λέξεις, ούτως ώστε καμία επιτροπή λογοκρισίας δε θα μπορούσε να επικαλεστεί επιχειρήματα για να το κόψει. Ενδεικτικοί στίχοι από τον ίδιο τον Σπύρο Ζαγοραίο:

 

Στα ντε μπουζουκέν ντε καμπαρέ/ άλα ντε δικό μας ο καρέν

Άντε λα φουμέντο και μαστουριόρε/ με τε γκομενέτε ο τεκέ/

και η Αγγέλω πατημέντο/ φλόκο ντ' αργιλέ

Έστε μάγκας έστε μπελαλίκ/ λα ντε Βοτανικό ο πιο νταήκ

κλπ.

 

Την περίοδο που βγήκε το τραγούδι αυτό και η Πλάκα άρχισε ν'αναστενάζει από αντάρτικα και ρεμπέτικα, υπήρξαν θιασώτες των πρωτομαστόρων του είδους που θεώρησαν ότι ο Ζαγοραίος το σκύλεψε και το έκανε σχεδόν παρωδία, ασχέτως αν έγινε μεσ' στα χρόνια το must των μικροαστών χορευταράδων από τις ντισκοτέκ μέχρι τα πανηγύρια, χαρίζοντας τους για λίγα λεπτά τη δέουσα επίφαση μαγκιάς και παραβατικής συμπεριφοράς. Σαν την παλιά συμφοιτήτρια μου την Αθηνά, ένα πράγμα, που έγραφε παντού Doors και Jim Morrison, μέχρι που μια μέρα πετάχτηκε ένας άλλος συμφοιτητής και την πρόγκηξε: Κοίτα το βλαχάκι που ήρθε απ' την Κέρκυρα, που δεν έχει φάει ούτε ένα τριπάκι στη ζωή της και μου θέλει και Doors...

 

 

Πρόσφατα ανακάλυψα στο διαδίκτυο ακόμη μία επανεκτέλεση του Ένας μάγκας στο Βοτανικό από τον Ζαγοραίο και διαπίστωσα πως ο κυρ - Σπύρος δεν έχει το θεό του! Στο ξεκαρδιστικό αυτό ζεϊμπέκικο με την αναμφισβήτητα trash αισθητική των στίχων του Γιώργου Κλεφτογιώργου, πάνε περίπατο και οι χασικλήδες και οι νταήδες και οι αργιλέδες των περασμένων δεκαετιών. Αυτή τη φορά οι στίχοι χωρίζονται σε δύο μέρη: Στο πρώτο, με τίτλο Σβετλάνα και πάσης Ελλάδος, στηλιτεύονται οι αλλοδαπές που τρώνε τις συντάξεις, ξελογιάζοντας παππούδες, οι οποίοι με τη σειρά τους καταφεύγουν στο βιάγκρα για να ανταπεξέλθουν στις νέες υποχρεώσεις τους! Στο δεύτερο μέρος, όμως, τα Μπλε κομμούνια, έχουμε ξεκάθαρο υπαρκτό σουρεαλισμό, εφόσον ο Ζαγοραίος μνημονεύει τον Τσε Γκεβάρα και τον κομπανιέρο...Σάββα Τσιτουρί! Ποιος ξέρει πώς τού'ρθε του Ζαγοραίου να ηχογραφήσει ξανά ένα παμπάλαιο ζεϊμπέκικο, όχι αλλάζοντας του τα φώτα, όπως είχε κάνει με το Ε ντε λα μαγκέν ντε Βοτανίκ το 1975, αλλά τσακίζοντας το κανονικά!

 

 

 

Πάλι όμως τυχαίνει να έχω γνωρίσει τον Ζαγοραίο και να είναι ο μοναδικός άνθρωπος που την ώρα συνέντευξης έκλαψε σα μωρό παιδί, φανερώνοντας μια σπάνια ευαισθησία. Το ίδιο χειμαρρώδης ήταν και σε κάποιες αστείες ιστορίες του από τα μαγαζιά των δεκαετιών του 1950 και του ΄60, όταν τραγουδούσε δίπλα στην Καίτη Γκρέυ και τον Μπιθικώτση.

 

Έχει μεγαλώσει πολύ ο κυρ - Σπύρος και τα τελευταία χρόνια ανεβαίνει το δικό του Γολγοθά μετά το θάνατο του αγαπημένου του γιού. Του εύχομαι να είναι καλά, όσο γίνεται καλύτερα, και του λέω από δω πώς το να γράψεις ή να τραγουδήσεις ένα πραγματικά χιουμοριστικό τραγούδι δεν είναι και ότι πιο εύκολο. Αυτός όμως απόδειξε ότι τό'χει, όχι τώρα με τη Σβετλάνα και πάσης Ελλάδος, αλλά και τότε με τον υπερρεαλιστή Ε ντε λα μαγκέν ντε Βοτανίκ!