Κυριακή, νωρίς το απόγευμα στην Αυλή, το «καπηλειό» στου Ψυρρή. Το στενό που κάποτε ήταν ο κοινόχρηστος χώρος των αντικριστών σπιτιών, τώρα είναι ένα φοιτητοστέκι που είναι πάντα τίγκα, ό,τι ώρα και να περάσεις. Πρέπει να έχεις μεγάλη τύχη για να βρεις τραπέζι.

 

Χθες σταθήκαμε τυχεροί. Έτσι νομίσαμε. Την ώρα που μπαίναμε, ένα ζευγάρι πλήρωνε για να φύγει. Έτσι, καθίσαμε δίπλα σε τρεις μεγαλοκοπέλες που δεν ξέρω αν είχαν ήδη φάει ή μπορούσαν να μιλάνε με γεμάτο το στόμα, πάντως δεν το έκλεισαν ούτε λεπτό. Η μία είχε μία βραχνή, εκνευριστική φωνή που τη χρησιμοποιούσε με όλη την ένταση και επαναλάμβανε συνέχεια και συνέχεια ότι δεν έχει γκόμενο, ότι είναι σε διάσταση με τον σύζυγό της και ότι είναι από τη Μυτιλήνη. Επίσης, διαλαλούσε ότι είναι δασκάλα. Αν έτσι είναι οι δασκάλες του σημερινού σχολείου, θα προτιμούσα το παιδί μου να μείνει στο σπίτι, δεν θα ήθελα να έχει καμία επαφή με τέτοιον εκπαιδευτικό. [ΟΚ, δεν έχω παιδί].

 

Αφού λογόφερε με τον απέναντι, έναν πάρα πολύ ανεκτικό και ήρεμο κύριο -που τον συνόδευαν δύο επίσης ευγενικές κυρίες, τέρατα ψυχραιμίας- επειδή της έκανε μία παρατήρηση [δεν άκουσα τι της είπε, αλλά εκείνη ούρλιαζε: «δεν έχω κανένα πρόβλημα να πω ότι δεν έχω γκόμενο»] άρχισε ένα παραλήρημα ασυναρτησιών περί ελευθερίας και δημοκρατίας -ότι δεν πιστεύει στη δημοκρατία κι ότι πρέπει να καταργηθεί. Κι όταν ο κύριος της είπε «τότε, Εύα» [Εύα την έλεγαν] «να σταματήσει εδώ η κουβέντα μας, γιατί δεν θέλω να κάνω διάλογο με φασίστες», την έπιασε αμόκ και άρχισε να φωνάζει «ναι, φασίστρια είμαι και ψηφίζω χρυσή αυγή, έχεις ’κανα πρόβλημα;» (υπενθυμίζω ότι αυτή η κοπέλα είναι δασκάλα). 

 

Η Εύα δεν είχε κανένα πρόβλημα να φωνάζει σαν τρελή «είμαι φασίστρια και ψηφίζω χρυσή αυγή, ρε», όση ώρα οι τρεις απέναντί της συνέχιζαν να της μιλούν κόσμια και προσπαθούσαν να την καλμάρουν, αλλά κανείς από τα γύρω τραπέζια δεν αντέδρασε, συνεχίσαμε να τρώμε το φαΐ μας και να πίνουμε μπίρες. Θα μου πεις τι να κάνεις; Να ασχοληθείς με μια τρελή που μπορεί και να είχε γίνει τύφλα και να μην ήξερε τι έλεγε; Να επέμβεις στο παραλήρημα κάποιας που τσίριζε και έλεγε επανειλημμένα «δεν έχω γκόμενο» [θα πρέπει να το ακούσαμε πάνω από είκοσι φορές σε σαράντα λεπτά] και διαλαλούσε ότι ψηφίζει χρυσή αυγή; Τι ωφελεί ο διάλογος με κάποιον ανεγκέφαλο, ηλίθιο, αγριάνθρωπο;

 

Είναι μάταιο να προσπαθείς να τα βάλεις με τη βλακεία. Είναι πολύ δύσκολο να τη διαχειριστείς και χρειάζεται να είσαι τέρας ψυχραιμίας για να την αντέξεις [θαύμασα πραγματικά τη μία από τις δυο κυρίες που της μιλούσε λες και απευθυνόταν σε 5χρονο παιδάκι, απίστευτα γλυκά και συγκρατημένα, ακόμα κι όταν η ακαταλόγιστη ετοιμαζόταν να τους φέρει όλο το τραπέζι στο κεφάλι].  

 

Η αλήθεια είναι ότι ελάχιστες φορές έχω συγχιστεί τόσο. Μέσα στο κεφάλι μου έφαγε πολλές μπουνιές κι άλλα τόσα χαστούκια, κι ευτυχώς που έχεις κι αυτή τη δυνατότητα να κάνεις ό,τι θέλεις μέσα στο μυαλό σου για να εκτονώνεσαι και να προλαβαίνεις το κακό. Και μη μου πεις ότι δεν έχεις «σκοτώσει» κανέναν κάγκουρα οδηγό που περνάει τα φανάρια με κόκκινο ή τον νταλικιέρη που σου κλείνει το δρόμο και δεν σε αφήνει να τον προσπεράσεις, ή δεν έχεις «χαστουκίσει» την ξινή στην υπηρεσία που βαριέται να σε εξυπηρετήσει. Δεν το κάνεις όμως στ’ αλήθεια. Συγκρατιέσαι, γιατί αν δεν συγκρατηθείς γίνεσαι ίδιος και χειρότερος με αυτά που μισείς, επειδή η βία δεν είναι λύση κλπ. κλπ. Παίρνεις βαθιές ανάσες, σκέφτεσαι λογικά και χαλαρώνεις. Και μετά, όταν γυρίσεις στο σπίτι, το ξανασκέφτεσαι και ξανασυγχίζεσαι και αισθάνεσαι βλάκας που δεν ξέρεις ούτε πώς είναι ορθό να αντιδράσεις ούτε πώς να το χειριστείς.

 

Μετά από ένα μαρτυρικό 40λεπτο πλήρωσαν το λογαριασμό, αντάλλαξαν και τηλέφωνα με τους απέναντι και έφυγαν. Και μας ησύχασε λίγο το κεφάλι. Βγαίνοντας από το μαγαζί μετά από ώρα, είδαμε την Εύα και τις φίλες της έξω στο δρόμο να παίρνουν τα τηλέφωνα δυο νεαρών με ξυρισμένα κεφάλια -ο ένας από αυτούς έλεγε στην ακαταλόγιστη «θα περιμένω να με πάρεις». Τα γκαρίσματά της «δεν έχω γκόμενο» είχαν πιάσει τόπο.