Υπήρξαν εποχές παλιές που το να βρεθείς σε επίσημο δείπνο είχε πρωτόκολλο σα να ήσουν καλεσμένος στης ίδιας της Βασίλισσας. Κατά τη βικτωριανή εποχή το τελετουργικό είχε φτάσει στο απόγειό του. Τα παιδιά έπρεπε να μάθουν τους κανόνες από πολύ μικρή ηλικία και οι συνήθειες δεν αφορούσαν μόνο στην ανώτερη τάξη αλλά και στα μεσαία στρώματα.


Η πρόσκληση

Οι προσκλήσεις ήταν γραπτές και έπρεπε να σταλθούν 12 μέρες πριν. Κάθε καλεσμένος έπρεπε να απαντήσει άμεσα και γραπτά ώστε να μπορούν οι οικοδεσπότες να καλέσουν άλλους. Σε περίπτωση που κάποιος δε μπορούσε να παραβρεθεί, έπρεπε να γράψει και το λόγο. Ήταν ύψιστης σημασίας η έγκαιρη προσέλευση: η άφιξη μπορούσε να γίνει μέχρι και 10 λεπτά νωρίτερα, αλλά οπωσδήποτε όχι αργότερα.

Η ώρα του δείπνου ήταν μεταξύ 5 και 8. Αν η πρόσκληση ήταν για πριν τις 6 τότε το δείπνο ήταν «ανεπίσημο», μετά από τις 6 «επίσημο». Η διαφορά για τους καλεσμένους ήταν στο ύφασμα των ρούχων.

Οι καλεσμένοι

Το σύνολο των καλεσμένων δεν έπρεπε να ξεπερνάει τα 12 άτομα γιατί αυτός ο αριθμός θεωρείτο κατάλληλος για ομαδικές συζητήσεις. Όλοι έπρεπε να είναι περίπου της ίδιας κοινωνικής τάξης.

Σε κάθε άφιξη καλεσμένου γινόταν «ανακοίνωση» από τον μπάτλερ και η οικοδέσποινα υποδεχόταν τον καθένα ξεχωριστά σε δωμάτιο δίπλα στην τραπεζαρία. Ήταν υποχρέωση της οικοδέσποινας να αποφασίσει ποιος θα ήταν συνοδός ποιας κυρίας.

Ο οικοδεσπότης έμπαινε πρώτος στην τραπεζαρία μαζί με την πιο σημαντική κυρία της βραδιάς, αυτό σημαίνει είτε τη γηραιότερη ή αυτή της ανώτερης τάξης, ακόμα την πιο πρόσφατα παντρεμένη ή κάποια που μόλις μετακόμισε στην περιοχή. Όλοι οι κύριοι έπρεπε να μείνουν όρθιοι μέχρι να καθίσουν όλες οι γυναίκες. Τελευταία έμπαινε στο δωμάτιο η οικοδέσποινα μαζί με συνεργάτη του άντρα της. Οι κυρίες έβγαζαν τα γάντια τους καθισμένες, οι άντρες λίγο πριν πάρουν τη θέση τους στο τραπέζι.

Τα παντρεμένα ζευγάρια έπρεπε να χωρίσουν και να καθίσουν αντικριστά. Η διάταξη στο τραπέζι έπρεπε να είναι διαδοχικά άντρας/γυναίκα και η υποχρέωση κάθε κυρίου ήταν να κάνει small talk και στις δύο κυρίες, δεξιά και αριστερά του. Οι δύο οικοδεσπότες καθόταν στις δύο άκρες του τραπεζιού, ενώ οι δικοί τους συνοδοί στα δεξιά τους.

Η ώρα του φαγητού

Η τραπεζαρία ήταν το πιο μεγαλοπρεπές δωμάτιο του σπιτιού: τα χρώματα στους τοίχους ήταν κατά προτίμηση σκούρα, το μαύρο ήταν συνηθισμένη επιλογή, όπως και το σκούρο ξύλο. Το τραπέζι είχε συνήθως λευκό τραπεζομάντηλο και στα σερβίτσια η οικοδέσποινα έκανε επίδειξη όλης της συλλογής της σε πορσελάνες και κρύσταλλα σε σημείο που κάθε καλεσμένος έφτανε να έχει από 8 μέχρι 12 σετ μαχαιροπήρουνων. Στις μεγάλες παρέες ήταν απαραίτητη μία κάρτα με υπόδειξη της σωστής θέσης.

Το σύνθημα για να αρχίσουν όλοι να τρώνε ήταν το ξετύλιγμα της πετσέτας από την οικοδέσποινα.

Κατά τη διάρκεια του φαγητού το σερβίρισμα γινόταν από υπηρέτες με αθόρυβα παπούτσια και γάντια- οι καλεσμένοι έτρωγαν σα να μην υπήρχαν. Κάθε κύριος ήταν υπεύθυνος μόνο για τη συνοδό του κι έπρεπε να φροντίσει πρώτα γι’ αυτήν και στη συνέχεια για τον εαυτό του.

Η συζήτηση έπρεπε να ξεκινάει από την οικοδέσποινα η οποία έπρεπε να βρίσκει θέματα ευχάριστα που δε φέρνουν κανέναν σε δύσκολη θέση ώστε να κυλάει ευχάριστα και χωρίς κενά. Η συζήτηση δεν έπρεπε να ξεφύγει ποτέ από τα ανάλαφρα θέματα: κάθε αναφορά σε οικονομικά ζητήματα ήταν αγένεια, όπως οι συναισθηματικές εκδηλώσεις ή οι χειρονομίες. Τα σχόλια για το φαγητό έπρεπε να είναι μετρημένα- ούτε ιδιαίτερα ενθουσιώδη αλλά ούτε και αδιάφορα.

Η διάρκεια του δείπνου έπρεπε να κρατάει από μισή μέχρι μία ώρα. Ήταν σημαντικό να τελειώσουν όλοι το φαγητό ταυτόχρονα, οπότε ήταν και δική της υποχρέωση να παρακολουθεί την πορεία και να ρυθμίζει αναλόγως την ταχύτητα. Αντίστοιχα οι καλεσμένοι έπρεπε να παρακολουθούν την οικοδέσποινα για να συγχρονιστούν μαζί της.

Σύνθημα λήξης

Όταν το φαγητό τελείωνε, η οικοδέσποινα έδινε το «σύνθημα» κάνοντας έντονη οπτική επαφή με την πιο σημαντική καλεσμένη: αυτές οι δύο ταυτόχρονα δήλωναν τη λήξη και όλες οι γυναίκες έπρεπε να σηκωθούν. Μαζί τους σηκωνόταν και όλοι οι άντρες, μέχρι να φύγουν οι κυρίες από το δωμάτιο. Οι κύριοι τότε πήγαιναν στο καπνιστήριο για πούρα και κάποιο αλκοολούχο ποτό.

Μέσα στην επόμενη εβδομάδα, όλοι οι καλεσμένοι, είτε μπόρεσαν να παραβρεθούν είτε όχι, έπρεπε να στείλουν ένα ευχαριστήριο σημείωμα στην οικοδέσποινα.