Ρωτάω συγγραφείς που εκτιμώ για την περιπέτεια του γραψίματος του πρώτου πρώτου βιβλίου τους. 

 

 

 

Σήμερα ο Γιώργος Παναγιωτάκης, μιλά για την "Άτυχη Πέστροφα", ένα αγαπημένο μου βιβλίο που μακάρι κάποτε να αποκτούσε και σίκουελ...

 

 

 

Πώς έγραψα το πρώτο μου βιβλίο

 

Το πρώτο πρώτο βιβλίο μου, το έγραψα όταν ήμουν δέκα χρονών. Ήταν ένα περιπετειώδες μυθιστόρημα ποταμός -πέντε χειρόγραφες σελίδες τετραδίου- που διαδραματιζόταν στα χρόνια της Κατοχής. Η κριτική το χτύπησε αλύπητα: η αδελφή μου αντιμετώπισε με θυμηδία την τελική σκηνή, όπου ο ήρωας δραπετεύει από την ταράτσα της κομαντατούρ αρπάζοντας την ουρά ενός περαστικού στούκας.

 

Καλύτερα λοιπόν να μιλήσω για το πρώτο τυπωμένο βιβλίο μου, αυτό που φέρει τον μακρόσυρτο τίτλο «Το μυστικό της Άτυχης Πέστροφας ή η Βίβλος της Αμφιβολίας».  

 

 

 

Το έναυσμα για την συγγραφή του, ήταν η εικόνα ενός παράξενου παραλίμνιου οικισμού που είδα μια νύχτα στον ύπνο μου. Το πρωί, καθώς ανακαλούσα το όνειρο ξαπλωμένος ανάσκελα στο κρεβάτι, φαντάστηκα ένα τυφλό αγόρι να περιφέρεται στα έρημα γλιστερά σοκάκια. Τι ζητούσε άραγε εκεί;

 

 Ένα τρίμηνο μετά, ο βασικός κορμός της ιστορίας βρισκόταν στο μυαλό μου και σε σκόρπιες κακογραμμένες σημειώσεις. Είχε μέσα άραβες γεωγράφους, μυστηριώδη κεφαλόποδα, πονηρούς αριστοκράτες, μίζερους χωριάτες, ταξίδια στον χρόνο... Είχε και την Βίβλο της Αμφιβολίας, ένα πανάρχαιο βιβλίο, μια ζωντανή εγκυκλοπαίδεια των πάντων που ανανεώνεται διαρκώς. Ένα αντικείμενο που αποτελεί διακαή πόθο βασιλιάδων και ιερέων, αφού αν κάποιος σκίσει μια σελίδα, εκλείπει και η ιδέα που ήταν γραμμένη πάνω της.

 

Άρχισα να γράφω (στο αρχαίο λάπτοπ που είχα τότε) το καλοκαίρι του 2005 και ολοκλήρωσα την πρώτη γραφή δέκα μήνες αργότερα.

 

Η αυτοπειθαρχία που επέδειξα σε αυτό το διάστημα, με εντυπωσιάζει ακόμα. Έγραφα κάθε πρωί από τις εφτά μέχρι της εννιά και μισή. Μετά πήγαινα στις δημοσιογραφικές προβολές -έγραφα κριτικές για ένα περιοδικό. Το απόγευμα έκανα βόλτες με τη δίχρονη τότε κόρη μου και παράλληλα σκεφτόμουν τη συνέχεια του βιβλίου. Μια φορά τράκαρα το καρότσι σε ένα δεντράκι και το παιδί εκσφενδονίστηκε. Συνέχιζα το γράψιμο το βράδυ και μετά, στον ύπνο μου, έλυνα προβλήματα της πλοκής. Δεν με σταματούσε τίποτε. Όταν είχαμε κόσμο στο σπίτι, ζητούσα κάποια στιγμή συγγνώμη και πήγαινα να γράψω. Όταν δίπλα από το σπίτι άρχισε να χτίζεται μια πολυκατοικία, αγόρασα ωτοασπίδες και συνέχισα ακάθεκτος.

 

Παράλληλα με το γράψιμο γινόταν και η έρευνα: Διάβασα για την Ιερά Εξέταση και τον Θωμά Τορκουεμάδα, μελέτησα στα πεταχτά τους σκεπτικούς φιλοσόφους και έμαθα όσα μπορούσα να μάθω για τα διάφορα αρθρόποδα και τα κοχύλια τους. Επίσης, βρήκα φωτογραφίες από ιταλικά αρχοντικά και διάβασα ξανά το διήγημα του Μπόρχες απ’ όπου νομίζω ότι «έκλεψα» την ιδέα της Βίβλου της Αμφιβολίας.

 

Παράλληλα, έφτιαξα έναν σχετικά λεπτομερή χάρτη του Βατραχόκαστρου, της πόλης όπου διαδραματίζεται το μεγαλύτερο μέρος της ιστορίας και βρήκα ονόματα για τους δρόμους, τις πλατείες και τους κατοίκους της.

 

 

 

Κάποια στιγμή κατάλαβα ότι η δομή του βιβλίου ήταν υπερβολικά πολύπλοκη για να την διαχειριστεί ένας άπειρος συγγραφέας όπως εγώ. Ήταν όμως πολύ αργά για να σταματήσω. Εξάλλου το βιβλίο είχε και πολλή πλάκα. Πολλές φορές γέλαγα μόνος μου καθώς έγραφα (μπορώ να βεβαιώσω ότι το γέλιο ακούγεται ενοχλητικό μέσα από τις ωτοασπίδες).    

 

Ένα βράδυ έγραψα επιτέλους την τελευταία λέξη και κοιμήθηκα μέχρι τις δύο το μεσημέρι της επομένης. Ακολούθησαν κάποιοι μήνες διορθώσεων και προσθαφαιρέσεων και τον φθινόπωρο του 2006 το έδωσα να το διαβάσουν κάποιοι φίλοι με αρκετά αυστηρή κρίση. Τους άρεσε οπότε έπρεπε να κάνω αυτό που φοβόμουν πιο πολύ: Να το πάω σε κάποιο εκδοτικό οίκο.

 

Ένα πρωί, πριν πάω στο Ιντεάλ για τη δημοσιογραφική προβολή εκείνης της μέρας, πέρασα από τον Κέδρο, στη Γενναδίου, με σκοπό να το αφήσω όσο πιο διακριτικά μπορούσα και να το σκάσω σαν τον κλέφτη. Για κακή μου τύχη, χρειάστηκε να το παραδώσω αυτοπροσώπως. Ο τότε υπεύθυνος στραβομουτσούνιασε όταν είδε τον όγκο του χειρογράφου και με ξεφορτώθηκε παραπέμποντάς με σε μια απείρως πιο ευγενική συνάδελφό του, η οποία με διαβεβαίωσε ότι το βιβλίο θα διαβαστεί με προσοχή. Ομολογώ ότι δεν την πολυπίστεψα, αλλά ένα μήνα μετά, με πήρε τηλέφωνο η Αριάδνη Μοσχονά από τον Κέδρο. Μου μίλησε με πολύ θερμά λόγια και μου έκλεισε ραντεβού για να υπογράψουμε το συμβόλαιο. Εγώ το έπαιξα ψύχραιμος («Χαίρομαι πολύ που σας άρεσε», «Βεβαίως! Πότε σας βολεύει;») και όταν κλείσαμε άρχισα τα χοροπηδητά.  

 

Ακολούθησαν κάποιοι μήνες αναμονής που πλήθυναν κι άλλο εξαιτίας μιας απεργίας και μιας έλλειψης χαρτιού. Κάποια στιγμή ξεκίνησε η πρώτη διόρθωση. Έπειτα έγιναν η δεύτερη και η τρίτη, αλλά και μερικές προσθαφαιρέσεις της τελευταίας στιγμής. Το εξώφυλλο ήταν μια άλλη πονεμένη ιστορία. (Τότε μου άρεσε, τώρα όχι και τόσο…)

 

 

 

Τελικά, τον Νοέμβριο του 2008, τριάμισι χρόνια έπειτα από το όνειρο με τη λίμνη, το βιβλίο έγινε βιβλίο. Και σαν βιβλίο πήγε στα βιβλιοπωλεία. Τον πρώτο καιρό περνούσα κάθε πρωί για να το χαζεύω στα ράφια και να ελέγχω αν έχει πουληθεί κανένα αντίτυπο. Μια μέρα πέτυχα μια γυναίκα να πηγαίνει στο ταμείο της Πολιτείας με την Άτυχη Πέστροφα ανά χείρας. Στο τσακ ήμουν να πάω να τη φιλήσω.

 

Έκανα και μια φοβερή καμπάνια προώθησης. Δημιούργησα τον Κήρυκα του Βατραχόκαστρου, την πιο μαχητική και έγκυρη εφημερίδα της πόλης.

 

 

 

Επίσης, μαζί με τη φίλη μου την Ηλέκτρα Βενάκη, φτιάξαμε και ένα βιντεάκι.

 

 

Το είδα ξανά και ένιωσα παράξενα καθώς εκτός από τη φωνή της Ηλέκτρας, στο σπικάζ ακούγεται και η βραχνή και αφάνταστα γλυκιά φωνή της Αλίντας Δημητρίου , η οποία πέθανε φέτος το καλοκαίρι.

 

Σήμερα, καθώς έγραφα αυτό το κείμενο, διάβασα κάποια κεφάλαια για να θυμηθώ λίγο το ύφος του βιβλίου και την αίσθηση που μου άφηνε όταν το έγραφα.

 

Διάβασα και την φράση με την οποία τελειώνει: «Όνειρα είμαστε και άλλοι μας ονειρεύτηκαν».

 

 

 

Δεν ξέρω πώς μου ήρθε και το έγραψα, αλλά μπορεί και να ισχύει.

 

 

 

 

 

ΥΓ: Όποιος θέλει να πάρει μια γεύση από την Άτυχη Πέστροφα, μπορεί να επισκεφτεί αυτήν εδώ τη σελίδα όπου θα βρει αποσπάσματα, πληροφορίες για τους χαρακτήρες κτλ.