Ήταν αυτές οι αποδράσεις των αργιών η αφορμή, για ένα ταξίδι στη Βαρκελώνη. 25η Μαρτίου, άλλοι παρελαύνουν κι άλλοι αποδρουν. Στον κεντρικό κινηματογράφο της Rabla, έπαιζε για 2η εβδομάδα το “Μίλα της”. Ήταν νωρίς κι είπαμε να μπούμε. Δεν θυμάμαι πολλά από την ταινία, πέρασαν χρόνια άλλωστε, η μνήμη ασθενεί. Ο χρόνος γιγαντώνει τα συναισθήματα και σβήνει τις στιγμές. Θυμάμαι μονάχα αυτόν τον απόλυτο, τον ανεξέλεγκτο έρωτα του άντρα για την γυναίκα που ήταν απούσα. Αυτόν τον σπαραγμό αγάπης που μόνο οι μοναχικοί ακούν.


Όταν βγηκαμε, είχε μόλις τελειώσει μια ανοιξιάτικη καταιγίδα, από αυτές τις τροπικές της Καταλονίας και η υγρασία μας προκαλούσε για μια μαργαρίτα. Ήμασταν συγκλονισμένοι από το φιλμ και το χέρι σου έτρεμε ελαφρά μέσα στο δικό μου. Καταφύγαμε στο κοντινότερο μπαρ που ξέραμε, το «Margarita Blue». Κόσμος πολύς, κάποια ωραία βλέμματα αμέθυστα ακόμη , ευγενικά κορίτσια με αυτή την ευγενική λεβεντιά που έχουν οι μελαχρινές και κοντοπόδαρα ταυρώδη αγόρια, χόρευαν το RESISTIRÉ.

 


 

 Η μουσική σου έφτιαχνε το κέφι, μας οδηγούσε σε έναν απελευθερωτικό κοσμοπολιτισμό που είχαμε άμεση ανάγκη.  Αναζήτησα με το βλέμμα τον dj κι ήταν αυτός. Πλησίασα με την οικειότητα που νιώθω για κάθε άνθρωπο που αισθάνομαι ότι μας δένει μια εκλεκτική συγγένεια και πιο πολύ από αμηχανία του είπα πως μόλις είχαμε δει την ταινία του. Σταμάτησε να ψάχνει τα βινύλια του. Σήκωσε το βλέμμα του και σιγανά στα αγγλικά μου είπε «Always the hours, dear Leonard” .

 

Άργησα να καταλάβω τι εννοούσε. Ένας χαμογελαστός σγουρομάλλης κι ένας μεθυσμένος με margarita blue, τριήμερος τουρίστας της Βαρκελώνης, για λίγα λεπτά κοιταχτήκαμε κατάματα, σιωπηλοί, έτσι όπως μόνο όσοι γουστάρουν να επικοινωνήσουν πραγματικά, το κάνουν. Με τα μάτια καρφωμένα στην ντισκομπάλα του μαγαζιού, άρχισε να μιλά. «Ο ηρωας μου έχει στο προσκεφαλι του και διαβάζει κάθε βράδυ τις “Ώρες” του Michael Cunningham αυτό του δίνει δύναμη, αυτό είναι η παρηγοριά του. Με έναν δικό του τρόπο με αυτό το βιβλίο συνομιλεί μέχρι το τέλος της ταινίας». Το καλωσόρισμά του λοιπόν,  ήταν ο αποχαιρετισμός της Virginia στον Leonard… Αυτό ήταν σήμα για να ξεκινήσει μια ανομολόγητη συνενοχή μεταξύ μας.

 

Οι έξυπνοι άνθρωποι προσπερνούν τις τυπικές, σαν αργόσυρτα πλάνα συστάσεις σε κάθε νέα γνωριμία  και προτιμούν το γρήγορο συναισθηματικό ξεβράκωμα , σαν νευρικό στακάτο μοντάζ , που προϋποθέτει την ευφυΐα του θεατή κι  έτσι  εύκολα, μπορεί να τους βρει το ξημέρωμα,  λιάδα από τις μαργαρίτες και το αψέντι, στο πεζοδρόμιο του μπαρ La Concha , να αγωνίζονται να κρατήσουν λίγο ακόμη το σαπφείρινο μαβί της νύχτας καθώς χάνεται στην μέρα που καταφτάνει καλπάζοντας, με νέους αναπάντεχους έρωτες, σαν μια σκηνή από αληθινή ζωή, που πολλοί είχαν την δυνατότητα να ζήσουν  , αλλά λίγοι να  εκτιμήσουν την σοφή χρηστικότητά  της.  

 

Ο Πέδρο μου έμαθε  μια βραδιά Μαρτίου να αφήνομαι:

 

"To look life in the face,

always,

to look life in the face and know it for what it is.

At last to know it,

to love it for what it is,

and then,

to put it away.

Leonard, always the years between us,

always the years.

Always the love.

Always the hours." - Virginia Woolf

 

 

 

Επιμέλεια: Βαγγέλης Ρίσσου