Εγκώμιο της περιπλάνησης

(Eloge de la dérive)

 

 Του Michael Loewy

 

 

Φωτ. Σπ. Στάβερης
Φωτ. Σπ. Στάβερης

 

Η περιπλάνηση, η οπoία εφευρέθηκε από τους Υπερρεαλιστές - οι βόλτες του André Breton στο βιβλίο του Nadja - και συστηματοποιήθηκε από τους Καταστασιακούς, είναι ένας τρόπος να διασχίζεις τους δρόμους μιας πόλης χωρίς ιδιαίτερο σκοπό. Με ένα διασκεδαστικό και ασεβή τρόπο, απαρνείται τις πιο ιερές αξίες της καπιταλιστικής νεωτερικότητας, με τους ατσάλινους νόμους του ωφελιμισμού και τους πανταχού παρόντες κανόνες αυτού που ο Max Weber ονόμαζε Zweckrationalität, του ορθολογισμού-εν όψει-ενός τέλους.

 

Η συνήθης κίνηση των ανθρώπων στο δρόμο, αν και δεν διέπεται από τους ίδιους άγριους κανόνες με αυτούς των κόκκινων μυρμηγκιών, δεν είναι λιγότερο αυστηρά προσανατολισμένη σε στόχους ορθολογικά καθορισμένους. Πηγαίνουμε πάντα "κάπου", κατευθυνόμαστε προς το χώρο εργασίας μας ή το σπίτι μας, βιαζόμαστε να κλείσουμε μια "υπόθεση" : τίποτα το μη υπολογισμένο στην "Μπραουνική κίνηση" του πλήθους. Αλλά η περιπλάνηση είναι μια χαρούμενη εξόδος μακριά από τον εξαναγκασμό και τους περιορισμούς του εργαλειακού Λόγου. Μπορεί να γίνει, χάρη στις μαγικές ιδιότητες μιας τέτοιας πράξης ρήξης, μία μαγεμένη βόλτα στο βασίλειο της Ελευθερίας, με τo τυχαίο ως μοναδική πυξίδα.

 

Από ορισμένες απόψεις, η περιπλάνηση μπορεί να θεωρηθεί διάδοχος της "flânerie" [νωχελικός περίπατος και παρατήρηση των περαστικών και των σκηνών. Βλ. Wikipedia στο λήμμα Walter Benjamin] του 19ου αι., επειδή, όπως το παρατηρεί ο Walter Benjamin στο βιβλίο του Οι Στοές του Παρισιού, "η απραξία του flâneur είναι μια διαμαρτυρία κατά του καταμερισμού εργασίας". Ωστόσο, σε αντίθεση με τον flâneur, ο περιπλανώμενος δεν είναι πλέον αιχμάλωτος του φετιχισμού του εμπορεύματος, της καταναλωτικής επιταγής . Δεν τον υπνωτίζει η λάμψη της βιτρίνας και της προθήκης, αλλά στρέφει το βλέμμα του αλλού.

 

Χωρίς σκοπό ή λόγο, χωρίς Zweck και χωρίς Rationalität, να με δυό λόγια η βαθιά σημασία της περιπλάνησης που έχει τη μυστηριώδη ικανότητα να μας ανταποδίδει, μονομιάς, το νόημα της ελευθερίας. Η εμπειρία της ελευθερίας κατά τη διάρκεια μιας περιπλάνησης προκαλεί ένα είδος μέθης, μια ανάταση, μια πραγματική "κατάσταση χάριτος". Αποκαλύπτει μία αθέατη όψη της πραγματικότητας - όπως και της δικής μας πραγματικότητας. Οι δρόμοι, τα αντικείμενα, οι περαστικοί, ξαφνικά απαλλαγμένοι από το μολυβένιο καπάκι της λογικής, εμφανίζονται κάτω από ένα διαφορετικό φως, αποκτώντας έναν παράξενο, ανησυχητικό - Unheimlich θα έλεγε ο Freud - και κάποτε αστείο χαρακτήρα. Μπορούν να μας προκαλέσουν αγωνία, αλλά και αγαλλίαση (...)

 

Στη συνέχεια του άρθρου του - δημοσιεύτηκε το 2013 στο γαλλικό ειδησεογραφικό σάιτ Mediapart - ο Michael Loewy αναφέρεται σε δύο βιβλία : Le Mouvement Situationniste. Une histoire intellectuelle (Το Καταστασιακό Κίνημα. Μία πνευματική ιστορία) του Patrick Marcolini (Παρίσι, εκδ. L'Echappée, 2012), το καλύτερο κατά τη γνώμη του σχετικά με την καταστασιακή περιπέτεια, και το Passage Public (Δημόσιο Πέρασμα) του Joël Gayraud (Μόντρεαλ, εκδ., l'Oie de Cravan, 2012), μία "συναρπαστική και έντονα ποιητική διήγηση για περιπάτους και περιπλανήσεις σε διάφορες ευρωπαϊκές πόλεις από το Παρίσι στον Πειραιά".

 

[Μετάφραση Σ.Σ. 'Εχει λόγους ...]

 

Στην ελληνική έκδοση της Nadja (εκδ. 'Υψιλον, Αθήνα, 1981), ο Νάνος Βαλαωρίτης έγραφε σ' έναν εξαιρετικό πρόλογο :

 

"Η δικτύωση της καθημερινής ζωής από γεγονότα που αντηχούνε σα να συνεργάζονται είναι ακριβώς αυτή η απόπειρα πλουτισμού της εμπειρίας που επιχείρησε ο υπερρεαλισμός στην εκστατική του φάση. Η ζωή και το έργο, η έκφραση και το περιοχόμενό της δε χωρίζονται. Είναι μια ενότητα που μόνο ο Μεσαίωνας και οι πρωτόγoνες κοινωνίες κατάφεραν να πλησιάσουν. Οι χωρισμοί σε λογικό και σε παράλογο, σε συνειδητό και ασυνείδητο, είναι προϊόντα της δικής μας νοοτροπίας, εμείς που ζούμε την αλλοτρίωση και την ειδίκευση ως πληγές και ως αποξένωση από τον πραγματικό μας εαυτό στο πλαίσιο της βιομηχανικής κοινωνίας".