Η ΔΙΑΦΗΜΙΣΗ ΤΗΣ
αλυσίδας σούπερ μάρκετ «ΑΒ Βασιλόπουλος» για την παγκόσμια μέρα των πατεράδων (δυσκολεύομαι να θέσω την λέξη στον ενικό και να υπαινιχθώ πως πρόκειται για μια ενιαία ομάδα ανθρώπων) εξεικόνισε, ανάμεσα σε άλλα, έναν πατέρα να συμμετέχει στο λεγόμενο «συμβολικό παιχνίδι» με την κόρη του. Έχοντας βάλει κάποιου είδους μακιγιάζ και κάποια αξεσουάρ στα μαλλιά του κρατάει την κόρη του αγκαλιά και φαίνονται να γελούν μαζί απολαμβάνοντας τη στιγμή.


Το παιχνίδισμα, το τσαλάκωμα, το να υποκύψεις στα χατίρια, η ελαφρότητα, ξένισε πολλούς. Κυρίως, όμως, ξένισε η διασάλευση των έμφυλων ορίων, ειδικά όταν πρόκειται για έναν «πατέρα», μια ολοκληρωμένη δηλαδή μορφή ανδρισμού.

 

Σε μια κοινωνία που ακόμα επιβιώνει η εικόνα του απόμακρου, λογικού, αυστηρού και οριοθετημένου πατέρα, η αντιθετική εικόνα ενός πατέρα που κατεβαίνει στο κοριτσίστικο δωμάτιο της κόρης, της χαϊδεύει τα μαλλιά και ενδεχομένως την αφήνει να πειράξει τα δικά του ακόμα σοκάρει. Σοκάρει το παιχνίδι, η χαρά, το γέλιο και η διάσχιση των συνόρων. Μας παραξενεύει η εικόνα ενός μπαμπά που όχι μόνο παίζει (άντε, μέχρι μπάλα, του το επιτρέπουμε), αλλά παίζει με τα παιχνίδια και τους τρόπους που διαλέγουν τα παιδιά του, που κατεβαίνει δηλαδή στο συμβολικό τους σύμπαν, το συμμερίζεται, αλλά και το εμπλουτίζει.

 

Η εικόνα ενός μπαμπά που παίζει με την κόρη του δεν πρέπει να τρομάζει. Αν ψάχνετε για τρόμο δείτε την απέραντη θλίψη που τυλίγει τα σπίτια, τον φόβο που χαράζεται στις παιδικές ψυχές. Το θάρρος ενός πατέρα να δονήσει την ψυχή του παιδιού του με κύματα χαράς να μη το φοβάστε.


Πολλές στιγμές και όψεις της σχέσης πατέρα-παιδιού κοινοποιήθηκαν πρόσφατα. Ακόμα πιο πολλές, εντούτοις, ήταν οι σιωπές, αυτά που δεν ειπώθηκαν, αυτά που δεν άξιζαν μνημόνευσης και εορτασμού.

 

Αναφέρομαι σε ιστορίες για τους «παραδοσιακούς» και «σωστούς» πατεράδες που θα ενέπνεαν τον Βασίλη Τσιάρτα. Αυτοί δεν έπαιζαν. Φόβιζαν. Απαγόρευαν. Βιαιοπραγούσαν. Λογόκριναν. Αυτοί δεν έπαιζαν με τις κούκλες των κοριτσιών (αλλά και των αγοριών τους), αλλά τις τσάκιζαν. Αυτοί δε συμμετείχαν στα παιχνίδια, αλλά οργάνωναν και καθόριζαν τους κανόνες τους. Αυτοί δεν ρωτούσαν, αλλά μονάχα απαντούσαν.

 

Σαν το μπαμπά ενός καλού μου φίλου που τον έβαζε να κάνει πασαρέλα στο σπίτι για να αστυνομεύσει το πόσο αντρίκια περπατάει. Ή σαν τον πατέρα έτερου φίλου που τον πέταξε στα 17 έξω από το σπίτι, όταν του αποκάλυψε την ομοφυλόφιλη ταυτότητά του, δίνοντας του προθεσμία λίγων μόνων ωρών να μαζέψει τα πράγματά του.

 

Η εικόνα ενός μπαμπά που παίζει με την κόρη του δεν πρέπει να τρομάζει. Αν ψάχνετε για τρόμο, δείτε την απέραντη θλίψη που τυλίγει τα σπίτια, τον φόβο που χαράζεται στις παιδικές ψυχές. Το θάρρος ενός πατέρα να δονήσει την ψυχή του παιδιού του με κύματα χαράς να μην το φοβάστε.

 

 

 

ΥΓ. Ο Βασίλης Τσιάρτας διεκδικεί τα πρωτεία μιας κιτς και γκροτέσκας ομοφοβίας από την Ελένη Λουκά. Επιβιώνει στην επικαιρότητα μόνο εξαιτίας των δηλώσεών του αυτών.