Μπορείς να γράψεις χιλιάδες λέξεις και να μην αποδώσεις αυτό που κάποιος καταφέρνει να δώσει με δέκα λέξεις σ’ έναν βρόμικο τοίχο. Είναι κρίμα που δεν υπάρχει μια τράπεζα δεδομένων για όλη αυτή την αυθόρμητη, αφοπλιστική σοφία που βάφει τοίχους, χωρίς καν να διεκδικεί πατρότητα.

Σε ένα από αυτά τα μηνύματα που διάβασα πρόσφατα αποτυπώνεται ό,τι θέλω να πω: «Πέντε μέρες στη δουλειά για μια νύχτα γκλαμουριά». Μοιάζει με ένα στάδιο που έχουμε ξεπεράσει. Πολυτέλεια που παραδόθηκε στη μνήμη. Όμως δεν αναφέρομαι στην πλευρά της πολυτελούς διαβίωσης, αλλά στην προσπάθεια που έγινε για να έχει την ισχύ κανόνα. Δικαιώματος.

Δυο τουλάχιστον γενιές μεγάλωσαν, ταυτίζοντας το «δικαίωμα» με την προσωπική επιλογή. «Έχω δικαίωμα να κάνω τις επιλογές που θέλω». Το προσωπικό «γουστάρω», όμως, δεν είναι δικαίωμα. Στη σύγχυση αυτή στηρίχτηκε ένα ολόκληρο σύστημα. Διαμόρφωνε ένα πρότυπο, το ταύτιζε με τη ζωή σου και κατέληγε ένα κομμάτι του προσωπικού σου χώρου. Άρα, δικαίωμα.

Ζήσαμε με ψευδοδικαιώματα που ήταν προσωπικές προκλήσεις και απωθημένα. Με διεκδικήσεις που απεγνωσμένα αναζητούσαν την άμεση υλική επαλήθευσή τους. Δικαίωμα δεν είναι το «έχω», γιατί απλά μπορεί να μην πρέπει να έχεις.

Η «ψυχολογικοποίηση» πολλών από τα προβλήματα που αντιμετωπίζαμε τα τελευταία χρόνια έκανε τον ορθολογισμό να φαίνεται μια καταπιεστική πραγματικότητα. Έτσι, δικαίωμα ήταν, για παράδειγμα, η φυγή. Δεν ξέρω αν κάποιος είναι αυτός που είναι γιατί έφαγε ένα χαστούκι στα επτά του χρόνια ή γιατί αρνείται να σταθεί και να αντιμετωπίσει τα χαστούκια της πραγματικότητας. Στα γραφεία, πάντως, πολλών από τους κομπογιαννίτες που εμφανίζονται ως αναλυτές ψυχής, το «δικαίωμα» έγινε η μαγική λέξη. Αλλά δεν είχε καμιά συλλογική υπόσταση. Μόνο προσωπική. Δικαίωμα να χωρίσεις, να αγανακτήσεις, να διαγράψεις, να κάνεις ό,τι θες, αλλά ποτέ να διαχειριστείς συλλογικά.

Κι όμως, κανένα δικαίωμα δεν είναι αποκλειστικά «κάποιου». Το δικαίωμά μας χτυπάει αναγκαστικά στον τοίχο που δημιουργεί το δικαίωμα του άλλου. Και δεν είναι απίθανο σε αυτό τον τοίχο να χτυπήσουμε και το κεφάλι μας.

Η εξατομίκευση του δικαιώματος, η εμφάνισή του ως μοναδικού αιτήματος ενός προσωπικού «θέλω» δεν διαμορφώνει μόνο εγωπαθή ανθρωπάκια αλλά και μια κοινωνία μπερδεμένη.

Συνηθίζω να λέω μια φανταστική ιστορία που νομίζω πως αποδίδει αυτό που σκέφτομαι: ένας Aμερικανός πλησιάζει τον φίλο του και του λέει «ξέρεις, ο αδελφός σου είναι μεγάλος δολοφόνος». «Μα, τι είναι αυτά που λες, πού το ξέρεις;», τον ρωτάει ο άλλος. «Διάβασα το ημερολόγιό του. Έχει σκοτώσει 15 ανθρώπους». Και ο αδελφός, οργισμένος, τον ρωτάει «Τι, διάβασες το ημερολόγιό του; Με ποιo δικαίωμα το έκανες αυτό;».

Στη φανταστική ιστορία το δικαίωμα των ανθρώπων να ζήσουν συγκρούεται με το δικαίωμα των προσωπικών δεδομένων. Και νικάει το δεύτερο που είναι και δευτερεύoν. Νομίζω πως αυτή η λανθασμένη ιεράρχηση των δικαιωμάτων, επειδή όλα είναι δικαιώματα, δεν είναι μια μαχητική σταυροφορία για να τα υπερασπίσουμε, αλλά μια τραγωδία.

Τα δικαιώματα του προσωπικού χώρου και των συμπεριφορών δείχνουν σημαντικότερα από τον χώρο των δικαιωμάτων της συλλογικότητας. Αν όλοι υπερασπιστούμε αυτόν και μόνο τον χώρο, τον προσωπικό μας, τα δικαιώματα θα επικρατήσουν ως άθροισμα ευεργετικών δικαιωμάτων. Πολλές φορές αυτό μού φαίνεται μια επιπόλαια δημοκρατία που αναιρεί τον ίδιο τον εαυτό της, μπερδεύοντας το αναγκαίο με το βολικό.

Είχα πρόσφατα μια εμπειρία στο twitter. Μια κυρία αντέδρασε σ’ ένα θέμα που είχα αναρτήσει με βίντεο, στο οποίο κάποιοι γιουχάριζαν τον υπουργό Γιώργο Παπακωνσταντίνου. Η κυρία αυτή, λοιπόν, μου έγραψε πως αυτή δεν είναι σοβαρή δημοσιογραφία, επιπέδου. Της απάντησα πως είναι η καταγραφή ενός γεγονότος, δηλαδή δημοσιογραφία. Η συζήτηση συνεχίστηκε, με την κυρία να με κατηγορεί για «κακιά δημοσιογραφία», ώσπου κάποιος που παρακολουθούσε την αντιπαράθεση μού έστειλε μήνυμα ότι η συγκεκριμένη ήταν σύμβουλος του υπουργού. Η οποία κρυβόταν σε έναν λογαριασμό twitter. Δεν ήταν, λοιπόν, ένας τυχαίος, διαμαρτυρόμενος αναγνώστης. Όταν τη ρώτησα αν τα λέει όλα αυτά γιατί έχει επαγγελματική σχέση με τον υπουργό, μου απάντησε ψέματα πως είναι δημόσιος υπάλληλος. Εκνευρισμένος της είπα πως θα με αναγκάσει να δημοσιοποιήσω το ΦΕΚ της πρόσληψής της, που αποδεικνύει πως δεν είναι ένας αντικειμενικός κριτής, αλλά ένας «χρήστης» σε υπηρεσία.

Δεν ξέρω αν έπρεπε να το γράψω αυτό, αλλά κάποιοι στο twitter ξεκίνησαν μια επίθεση, παρουσιάζοντάς με ως αυτόν που στερεί το δικαίωμα από κάποιον άλλο να λέει ό,τι θέλει. Κατ’ αυτούς (αν υποθέσουμε ότι δεν ανήκαν στον ίδιο κύκλο συμβούλων που εμφανίζονται ως χρήστες), αφαιρούσα το δικαίωμα κάποιου να μιλά. Από την πλευρά μου θεωρούσα πως με προσέβαλλαν και πως η χρήση του δικαιώματος δεν ήταν τίποτα άλλο από ανέντιμη, προπαγανδιστική εκστρατεία.

Προφανώς και δεν υπερασπίζομαι το δίκιο μου, επιμένω ωστόσο πως οι άνθρωποι έχουν εκπαιδευτεί να βλέπουν ως απειλή των δικαιωμάτων τους οτιδήποτε θίγει τον αυστηρά προσωπικό τους χώρο. Προσκυνούν την ιερή γελάδα του αόριστου δικαιώματός τους, την ώρα που έξω από τον προστατευμένο τους χώρο δεν σφάζουν απλώς ιερές γελάδες αλλά έχουν στήσει και Ιερά Εξέταση. Η κοινωνία καταρρέει, βασικά δικαιώματα απειλούνται, για πολλούς η ίδια η ύπαρξη, αλλά η δημοκρατία μας μπορεί να είναι ακριβή στα πίτουρα και φτηνή στο αλεύρι των βασικών δικαιωμάτων.

Δεν θεωρώ πως το ένα δικαίωμα πρέπει ν’ αντιστρατεύεται το άλλο αλλά πρέπει να δοκιμάζεται κοινωνικά. Να σπάει τον προσωπικό χώρο για να ελέγχεται η αναγκαιότητα της υπόστασής του σε αυτό που λέγεται ζωή.

Το δικαίωμα είναι κάτι παραπάνω από savoir vivre στο όνομα των δικαιωμάτων. Είναι μια εξουσία που τοποθετεί ανθρώπους απέναντι σε ανθρώπους ή δίπλα τους. Είναι ο ζωτικός μας χώρος δίπλα στον χώρο των άλλων. Και πολλές φορές αποδεικνύεται πως ο γείτονας είναι κακόβουλος, απεργάζεται την καταστροφή μας. Δεν είναι, λοιπόν, ένα δικαίωμα. Οπότε, καλό είναι να απαντάμε στο ποιo δικαίωμα.