Πολλές χώρες της Ευρώπης, με την πλέον πρόσφατη προσθήκη αυτή της Ισπανίας, έχουν νομοθετήσει κάποιο ελάχιστο καθολικά εγγυημένο εισόδημα για τους πολίτες τους. Οι προϋποθέσεις φυσικά ποικίλλουν από χώρα σε χώρα: διαμονή, εισόδημα από άλλες πηγές, ηλικία, συμμόρφωση με τις υπηρεσίες ανεύρεσης εργασίας.


Η διασφάλιση αυτού του στοιχειώδους πόρου θεμελιώνεται σε φιλοσοφικές και πολιτικές παραδοχές. Πάντως, η ιδέα διατυπώθηκε για πρώτη φορά με ενάργεια στις αρχές του περασμένου αιώνα, όταν ο Μπέρτραντ Ράσελ στο έργο του Roads to Freedom υποστήριξε ότι «ένα συγκεκριμένο εισόδημα επαρκές για τα απαραίτητα της ζωής θα πρέπει να διασφαλίζεται σε όλους, ανεξάρτητα εάν εργάζονται ή όχι».


Τα οφέλη από τη στοιχειώδη κρατική προστασία είναι πολλαπλά και πάντα συγκαθορίζονται από παραμέτρους όπως: το ύψος της ενίσχυσης, η παρουσία ευρύτερων πολιτικών για την ανεύρευση εργασίας, την ψυχοκοινωνική υποστήριξη, την εκπαίδευση, τις πολιτικές στέγασης κ.ά.

 

Όταν η σκέψη παραλύει και μονοπωλείται από τη διανοητική και πρακτική προσπάθεια να γεμίσει το μεσημεριανό πιάτο, το άτομο δεν μπορεί παρά να είναι εγκλωβισμένο. Αν, όμως, βοηθηθεί στα βασικά, μπορεί να σχεδιάσει το μέλλον, να πλαισιωθεί από τις κατάλληλες δομές, να επανακαταρτιστεί, να ενδυναμωθεί.


Όπως και να έχει, σε μικρό ή μεγαλύτερο βαθμό, η ύπαρξη ενός πλαισίου ασφάλειας από την ακραία φτώχεια έχει ένα ευρύτερο κοινωνικό αποτύπωμα. Αντισταθμίζει, εν μέρει, τον κοινωνικό αποκλεισμό, ανακουφίζει την οδύνη της απόλυτης φτώχειας και δίνει μια ανάσα, ώστε το άτομο να σκεφτεί, να κινητοποιήσει τους πόρους του περιβάλλοντός του και να ανασυνταχτεί, ώστε να διεκδικήσει τη θέση του στο περιβάλλον.

 

Ο άνθρωπος δύναται να σκεφτεί ολιστικά, αυτοπροστατευτικά και ορθολογικά μόνο όταν το μαχαίρι της φτώχειας δεν πλησιάζει απειλητικά τον λαιμό του. Όταν η σκέψη παραλύει και μονοπωλείται από τη διανοητική και πρακτική προσπάθεια να γεμίσει το μεσημεριανό πιάτο, το άτομο δεν μπορεί παρά να είναι εγκλωβισμένο. Αν, όμως, βοηθηθεί στα βασικά, μπορεί να σχεδιάσει το μέλλον, να πλαισιωθεί από τις κατάλληλες δομές, να επανακαταρτιστεί, να ενδυναμωθεί.


Η ύπαρξη αυτού του βασικού εισοδήματος εξασφαλίζει τον καφέ και το φαγητό πριν από τη συνέντευξη σε μια εργασία ή την πληρωμή του διαδικτύου, ώστε το άτομο να μη γνωρίσει την «πληροφοριακή φτώχεια» που οδηγεί νομοτελειακά και στην οικονομική. Προφανώς καλύπτει, ανάλογα με το ύψος της ενίσχυσης, τις βασικές ανάγκες και απορροφά τις κοινωνικά και προσωπικά εκρηκτικές συνέπειες της ακραίας φτώχειας. Πέρα από την εξασφάλιση του ατόμου βρίσκεται, λοιπόν, στην κατεύθυνση της κοινωνικής συνοχής.


Το ελάχιστο εγγυημένο εισόδημα τίθεται στην υπηρεσία της επίτευξης ισότητας, στην ενδυνάμωση της κοινωνικής αλληλεγγύης και συνοχής και μακροπρόθεσμα ωφελεί το σύνολο της κοινωνίας. Στην Ελλάδα, ανάλογο μέτρο θεσπίστηκε πιλοτικά λόγω μνημονιακών υποχρεώσεων και επεκτάθηκε και αυξήθηκε από την προηγούμενη κυβέρνηση. Η εδραίωση, η ενίσχυσή του και η πλαισίωσή του με εκπαιδευτικές, κοινωνικές και στεγαστικές πολιτικές είναι αναγκαία.