Το πρώτο single από το δίσκο της Όλγας Κουκλάκη έχει τον ίδιο τίτλο με το άλμπουμ της Getalife. Είναι ένα κομμάτι-σύνθημα που επαναλαμβάνει «go get a life!» και θυμίζει λίγο το «άδραξε τη μέρα» από εκείνη την ταινία του Weir. Η αλήθεια είναι ότι μπορεί να ξεκινάει με ένταση και χορευτικούς ρυθμούς, αλλά το άλμπουμ της δεν είναι καθόλου αυτό που θα περίμενε όποιος έχει παρακολουθήσει τη μέχρι τώρα πορεία της. Δεν είναι δηλαδή απλά ένα dance άλμπουμ, κι όσο περισσότερο το ακούς τόσο ανακαλύπτεις ότι είναι δομημένο έτσι που να σου προκαλεί συναισθήματα: εκρήξεις μελαγχολίας αλλά και οργής, κύματα ψυχικών διεγέρσεων που κυλάνε μαζί με τα κομμάτια - από οδυνηρές μπαλάντες μέχρι downbeat διαμάντια όπως το «Calling You». «Δεν πιστεύω καθόλου στη συμβατικότητα και στα λαϊκά πρότυπα» μου λέει πίνοντας καφέ σε μαγαζί της Βουλής που θυμίζει γαλλικό μπιστρό, με μαρμάρινα τραπέζια και άβολους καναπέδες. «Όλα αυτά είναι αηδίες για να βολεύουν μερικούς». Με εντυπωσιάζει όταν μου λέει ότι έχει γράψει όλα τα κομμάτια στο δίσκο μόνη της, στίχους, μελωδίες, συνθέσεις, «ο Mark Collinτων Nouvelle Vagueβοήθησε στην παραγωγή και στην κατεύθυνση των κομματιών» λέει. Της ζητάω να μου σχολιάσει τον τίτλο του άλμπουμ και μου μιλάει ψύχραιμα για ανθρώπους που στα 50 τους συνειδητοποιούν ότι έχουν κάνει λάθος πράγματα κι αλλάζουν ζωή. Ποτέ δεν είναι αργά για να γίνεις ευτυχισμένος. «Το Getalifeαπευθύνεται στους επιτυχημένους κοινωνικά και επαγγελματικά ανθρώπους που δουλεύουν όλη μέρα. Ο περισσότεροί μας, δηλαδή. Είναι πετυχημένοι, αλλά δεν έχουν ζωή, νομίζουν ότι έχουν, γιατί ζωή δεν είναι το να δουλεύεις nonstop. Πού είναι η πραγματική ζωή, οι αξίες; Έχεις παιδιά που δεν προλαβαίνεις να τα δεις ποτέ, ένα σπίτι που δεν μπορείς να το χαρείς, φίλους που συναντάς σπάνια ή που τους επιλέγεις επειδή σε βολεύει. Δεν το θεωρώ ζωή αυτό το πράγμα. Σε πάει η εποχή μόνη της, το θέμα είναι εσύ τι κάνεις για να προστατευτείς κι αν θέλεις να γίνεις μέρος του».

Η Όλγα ξεκίνησε να παίζει πιάνο από 8 χρονών, κι από τότε δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να ασχολείται με τη μουσική. «Δεν μπορώ να φανταστώ τον εαυτό μου χωρίς τη μουσική», μου λέει, «χωρίς να εκφράζω μέσα από αυτή τα συναισθήματά μου, αυτά που βλέπω ή φαντάζομαι. Είναι αυτό που μου δίνει δύναμη». Παράλληλα με τις κλασικές μουσικές σπουδές της, άρχισε να ακούει electronica και να παίζει ως DJ σε ελληνικά μπαρ. «Η ηλεκτρονική μουσική με ιντρίγκαρε», λέει, «δεν την καταλάβαινα, σκεφτόμουν πώς είναι δυνατόν να είναι έτσι αυτός ο ήχος, πώς είναι δυνατόν μια μελωδία να αποτελείται από τόσο διαφορετικά πράγματα; Έτσι ξεκίνησα μαθήματα μουσικής παραγωγής». Η γνωριμία της με τον μάνατζερ του Laurent Garnier, κάποια βραδιά μετά από ένα DJ set, την οδήγησε στο Παρίσι. «Ήταν Σεπτέμβριος του 2001, είχε ακούσει το"Don't Look At Me"που είχε ήδη κυκλοφορήσει στην Αγγλία και του άρεσε. Αυτός με πήγε στην F Communications. Η πρώτη μου συμμετοχή ήταν τα φωνητικά στο live του Reminiscent Drive. Ακολούθησαν διάφορα τραγούδια σε δουλειές των Fred Avil, Poni Hoax, Bang Bang και των Nouvelle Vague, με τους οποίους συνεργάζομαι και στον τρίτο δίσκο τους».

«Το ότι είχα κάποιους στίχους και ήθελα να εκφραστώ με κάποιον τρόπο δεν με κάνει τραγουδίστρια», ξεκαθαρίζει. «Δεν θεωρώ τον εαυτό μου τραγουδίστρια. Μου αρέσει να γράφω μουσική και να παίζω. Είμαι μάλλον τυχερή, γιατί έχω τις σπουδές μου, αυτό με βάζει σε άλλες πορείες».

Η καριέρα της Όλγας ξεκίνησε στο εξωτερικό, είναι από τους ελάχιστους Έλληνες μουσικούς που μπορούν να μιλάνε πραγματικά για «διεθνή» καριέρα. «Διεθνής καριέρα είναι να κάνεις πράγματα που να επικοινωνούν με τον κόσμο ανεξάρτητα της γεωγραφικής τους κουλτούρας. Δεν νομίζω ότι είναι κάτι δύσκολο, ούτε όμως ότι υπάρχει κάποιος κανόνας». Μιλάει με αγανάκτηση για την εμπειρία της με τις ελληνικές δισκογραφικές. «Όταν είχα ξεκινήσει να γράφω μουσική εδώ στην Ελλάδα και πήγα το δίσκο μου σε εταιρεία, μου τον πέταξαν στα μούτρα και για δυο μήνες έκλαιγα. Τον ίδιο δίσκο τον έστειλα στο εξωτερικό σε 5 εταιρείες και οι πέντε ενδιαφέρθηκαν να τον κυκλοφορήσουν! Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος αυτός άνθρωπος που μου προκάλεσε κατάθλιψη ήρθε μετά την κυκλοφορία και μου έλεγε δικαιολογίες... Πιστεύω ότι φταίνε οι άνθρωποι που δουλεύουν στις εταιρείες για όλο αυτό που συμβαίνει, οι άνθρωποι που έχουν πολύ παλιά πόστα και για κάποιον λόγο δεν θέλουν να τα αφήσουν σε κάποιους νεότερους ή να τα μοιραστούν. Πήγα σε μια πόλη που θεωρητικά είναι all star και μου άνοιξαν τις πόρτες των σπιτιών τους χωρίς να είμαι τίποτα. Κι εδώ για κάποιον καινούργιο η πόρτα είναι κλειστή. Έστω και για κουβέντα. Αυτό είναι πάρα πολύ κακό για την εξέλιξη. Πιστεύω ότι το σύστημα είναι τέτοιο που δεν αφήνει περιθώρια να δουλέψεις επαγγελματικά. Αν είσαι συνεπής ο άλλος μπορεί να σε πει βλάκα».

Στο εξώφυλλο του δίσκου υπάρχει η Μπουμπουλίνααπ' το παλιό κατοστάρικο και μια ακέφαλη γοργόνα, θηλυκά σύμβολα, μια γυναίκα που μάχεται κι αγωνίζεται και ένα σύμβολο ομορφιάς, έστω και καλυμμένης. «Η ομορφιά δεν είναι αυτό που βλέπεις πάντα, συνήθως κρύβεται κάτω από την επιφάνεια, μέσα από αυτό που εκφράζεται, π.χ., από μια γοργόνα». Μιλάει για τη θέση της γυναίκας στην ελληνική κοινωνία: «Με ενοχλεί ο τρόπος που αντιμετωπίζονται. Θεωρώ ότι η κοινωνία είναι πολύ αντιφεμινιστική και λειτουργεί πολύ περίεργα ως προς τη γυναίκα. Από τη μια την τιμά ιδιαίτερα κι από την άλλη υπάρχει ένα πολύ κυνικό στοιχείο σ' όλο αυτό. Για τον άντρα είναι φυσιολογικό να ξεπορτίζει με διάφορες, ενώ αν μια γυναίκα το κάνει αυτό τη χαρακτηρίζουν ξέρεις πώς. Σου βγαίνει το όνομα».

«Με ενοχλεί η ασυνέπεια, που θεωρείται φυσιολογικό κάποιος να σε περιμένει 15-30 λεπτά. Η αγένεια των ανθρώπων στην καθημερινότητα. Η γραφειοκρατία. Η τεμπελιά. Η γκρίνια. Η ευκολία των λόγων κάποιων και η επιπολαιότητά τους. Με ενοχλεί η πίεση να παντρευτεί το παιδί από μικρό, αυτό το "βιάσου", το κάνουν ακόμα πολλοί, έστω και υποσυνείδητα. Γενικά πιστεύω ότι θα 'πρεπε να είμαστε λίγο πιο απελευθερωμένοι ως προς τις συμπεριφορές μας, να μην ασχολούμαστε με το τι κάνουν οι απέναντι. Θα ήθελα πάρα πολύ να κάνω οικογένεια παρ' όλα αυτά, πιστεύω πάρα πολύ στο θεσμό. Είναι κάτι που δεν το βλέπω σε τέτοιο βαθμό στο εξωτερικό, δεν είναι τόσο δεμένοι συναισθηματικά οι άνθρωποι. Απ' τη μια βρίσκω πιο σωστό να φεύγεις νωρίς από το πατρικό σου, να μη μένεις όπως εδώ μέχρι τα 30 και να καταλήγεις να βρίζεσαι όλη μέρα, από την άλλη μου αρέσει που αν πάθει κάποιος κάτι τρέχεις από την άλλη άκρη του κόσμου για να είσαι εκεί...».