Έχει επιστρέψει, λοιπόν, για τα καλά η συζήτηση για τα τηλεοπτικά μας πράγματα. Το τέλος του Μega στην Digea –μετά τη χρόνια μετατροπή του σε τηλε-νοσταλγική ζώνη για σαραντάρηδες‒, η κρίση στη διοίκηση και οι αλληλοκατηγορίες στην ΕΡΤ, ο «πόλεμος» των κομμάτων για τις πολιτικές κατευθύνσεις των σταθμών, όλα αυτά αποπνέουν μια παρακμιακή ατμόσφαιρα. Δεν έχει σημασία εδώ αν για κάποιους (και για μένα προσωπικά) η τηλεόραση έχει δώσει από καιρό τη θέση της σε άλλες εκδοχές ψυχαγωγίας και ενημέρωσης. Το θέμα είναι ότι για μεγάλο αριθμό ανθρώπων η τηλεόραση μετράει στη ζωή τους. Όπως ‒σε άλλο επίπεδο φυσικά‒ μετράει πάντα η Εκκλησία, η ομάδα, οι μνήμες και τα βιώματα που, όπως είδαμε και με το Mega, ρυθμίζουν και τα σημερινά συναισθήματα, ακόμα και τα πολιτικά.


Ας μιλήσουμε, επομένως, για τη μιζέρια στην ελληνική τηλεόραση. Για την απελπισία που μπορεί να γεννάει, λόγου χάρη, η διαίρεση της πρωινής ενημερωτικής ζώνης μεταξύ του δακρύβρεχτου πελατειακού μελό των μεν και του νεόκοπου και κάπως αστείου «πατριωτισμού» των δε. Όσο για την κρατική τηλεόραση, εκεί μπορεί να διαπιστώσει κανείς πιο παραδοσιακούς ιδεολογικούς και πολιτικούς μηχανισμούς της κυβέρνησης. Έστω και αν υπάρχουν διαφοροποιήσεις, πιο επαγγελματικές προσπάθειες και αποκλίσεις από μια απλουστευτική προπαγανδιστική γραμμή.

 

Η τηλεόραση που υποδύεται έναν μηχανισμό παροχών ή φωνάζει για τις «εθνικά ορθές» στάσεις στο Μακεδονικό και τις Πρέσπες ή μπερδεύει μονίμως τη δουλειά του δημοσιογράφου με γραφείο Τύπου και ιδεολογική εξέδρα, αυτή η τηλεόραση φαίνεται να απευθύνεται σε έναν απολιθωμένο κόσμο. Αντιγράφει τις παλιότερες μανιέρες με πιο κουρασμένο και λιγότερο πειστικό τρόπο. 


Στους μεγάλους ιδιωτικούς σταθμούς, όμως, συναντά κανείς μιαν άλλη μιζέρια: ο ΣΚΑΪ, ας πούμε, έχει γίνει συχνότητα ειδικευμένη στην τόνωση του «εθνικού φρονήματος», με την εμφανή (και μοιραία για την όποια σοβαρότητα) προσπάθεια να μετατοπιστεί η αντιπολίτευση στην κυβέρνηση από την οικονομία στα εθνικά ζητήματα. Το Σαββατοκύριακο, επίσης, θριαμβεύει σταθερά ο ευτελής ιδεολογικός μηχανισμός του επιδοματικού κρατισμού. Ως προς αυτό, έχει πάντα ενδιαφέρον το εξής: ενώ πολλοί αριστεροί σχολιαστές και ένας κόσμος έβλεπαν και βλέπουν μονότονα παντού «νεοφιλελεύθερους» στα κατεστημένα μίντια, η αλήθεια είναι ότι αυτό που αποτελεί την αιχμή της λαϊκής ενημέρωσης είναι στο πνεύμα των εκπομπών του Αυτιά: ένα μείγμα δεξιού και αριστερού λαϊκισμού γύρω από μια ιδιόμορφη (επιδερμική και απολύτως δημοκοπική) αντίληψη «διανεμητικής» δικαιοσύνης. Ο συμπονετικός εξωτισμός των ελίτ σε γλοιώδη εκδοχή.


Από τη μία απόστρατοι και ιερωμένοι, από την άλλη η αγωγή του συνταξιούχου και μια πολύ φτηνή διαχείριση των αναγκών και των θυμών του αδύναμου. Η κρατική τηλεόραση στον κόσμο της, να περιστρέφεται γύρω από τον εξωραϊσμό των κυβερνητικών πολιτικών, την αποθέωση του πρωθυπουργού Τσίπρα ή μονόπλευρες «προοδευτικές» αφηγήσεις σε ντοκιμαντέρ και επιμορφωτικές εκπομπές ‒ που πάλι φαίνεται να υπηρετούν την πιο στενή εκλογική/πολιτική ατζέντα.

 

Μένω εδώ σε κάποιες ενημερωτικές στιγμές γιατί προφανώς δεν με ενδιαφέρει ούτε έχω την επάρκεια για μια συνολική κριτική στην τηλεόραση. Θα ήταν, άλλωστε, άδικη, καθώς δεν έχω παρακολουθήσει καθόλου (ή, έστω, ελάχιστα) τις πρόσφατες εκδοχές στην ψυχαγωγική ζώνη.

 

Φυσικά, δεν έχει νόημα να πιστεύει κανείς πως ο φιλολαϊκός οίστρος του Παπαδάκη ή του Αυτιά «κατασκευάζουν» τάχα τις αντίστοιχες στάσεις μέσα στο κοινωνικό σώμα. Ούτε είναι λογικό να θεωρεί κανείς ότι οι καθημερινοί αναλυτές εθνικών κινδύνων και οι σκοπιανο-τουρκολόγοι που βγάζει τα πρωινά ο ΣΚΑΪ είναι οι «αιτίες» για το γεγονός πως διάφορα εθνοκεντρικά και συντηρητικά σύνδρομα απλώνονται σε μεγαλύτερα ακροατήρια. Όλο αυτό, όμως, φαίνεται να καθηλώνει ένα ορισμένο κοινό (που δεν είναι ολιγάριθμο) σε μια σκιαμαχία με βάναυσες απλουστεύσεις. Από τη μία τα λεφτά και από την άλλη «αυτοί που τα έφαγαν». Από τη μία ο Έλληνας και τα φρονήματά του και από την άλλη οι εθνομηδενιστές και κάποιοι παράξενοι που απειλούν τα πάτρια ήθη και εδάφη. Από τη μία ο προοδευτικός δρόμος (όπως τον χειρίζονται ορισμένοι στην κρατική τηλεόραση) και από την άλλη η ακροδεξιά που με τα χίλια πρόσωπά της θέλει την «παλινόρθωση» του παλαιού συστήματος.

 

Αυτό που αποτελεί την αιχμή της λαϊκής ενημέρωσης είναι στο πνεύμα των εκπομπών του Αυτιά: ένα μείγμα δεξιού και αριστερού λαϊκισμού γύρω από μια ιδιόμορφη (επιδερμική και απολύτως δημοκοπική) αντίληψη «διανεμητικής» δικαιοσύνης. Ο συμπονετικός εξωτισμός των ελίτ σε γλοιώδη εκδοχή.


Ακόμα και αν αποχρώσεις και ατομικές φωνές ή ξεχωριστοί επαγγελματικοί κώδικες διατηρούν πάντα αποθέματα αξιοπρέπειας, έχω την εντύπωση ότι τα εύκολα σχήματα δίνουν τον τόνο. Η τηλεόραση που υποδύεται έναν μηχανισμό παροχών ή φωνάζει για τις «εθνικά ορθές» στάσεις στο Μακεδονικό και τις Πρέσπες ή μπερδεύει μονίμως τη δουλειά του δημοσιογράφου με γραφείο Τύπου και ιδεολογική εξέδρα, αυτή η τηλεόραση φαίνεται να απευθύνεται σε έναν απολιθωμένο κόσμο. Αντιγράφει τις παλιότερες μανιέρες με πιο κουρασμένο και λιγότερο πειστικό τρόπο.


Το θέμα όμως είναι ότι έτσι χάνονται τα καλά στοιχήματα γι' αυτή την εκπληκτική επινόηση. Αναβάλλεται πάντα η ευκαιρία για μια ουσιαστική και εκτός κυβερνητικών-συνδικαλιστικών βραχυκυκλωμάτων δημόσια τηλεόραση. Την ίδια στιγμή δεν βλέπουμε και μια συγχρονισμένη με τις προτεραιότητες του 2018 ιδιωτική τηλεόραση. Όπου, νομίζω, κάτι σημαντικό θα έχει κερδηθεί όταν σταματήσει ο κάθε τηλε-δημαγωγός να εκμεταλλεύεται τις αγωνίες του συνταξιούχου για τα αναδρομικά του. Και όταν θα πάψουν τα ρεπορτάζ να στρατεύονται στη μία ή την άλλη παραταξιακή λογική με τρόπο ρηχό και κραυγαλέο. Οι φιγούρες του κομισάριου, του παλαιάς κοπής καθοδηγητή γνώμης ή του δημοσιογράφου-υποψήφιου πολιτευτή είναι προεκτάσεις μιας φάσης που ακόμα δεν έχει παρέλθει. Και αυτήν τη φάση θα ήταν καλό είναι να την κλείσουμε συλλογικά. Γυρίζοντας αποφασιστικά την πλάτη στα παρακμιακά πλάνα της που ανακυκλώνονται και φέρνουν ακόμα περισσότερη ασφυξία.