Είναι μία από τις λέξεις-φετίχ της τελευταίας δεκαπενταετίας. Μία από τις λέξεις που επιστρατεύονται για να περιγράψουν οποιαδήποτε κοινωνική ή πολιτική τάση εμφανίζεται αιρετική, «ακάθαρτη», λοξή. Η δημοσιογραφία τούς αγαπάει αυτούς τους όρους-πολυεργαλεία. Το καθημερινό σχόλιο τους αποθεώνει. Έτσι, αυτές οι λέξεις έχουν αποκτήσει με τον καιρό πιστοποιητικά καταλληλότητας, διεισδύοντας στις συμβατικές κοινωνικές περιγραφές της εποχής.


Πριν από κάποιες δεκαετίες, όμως, ο αντισυστημικός λεγόταν αλλιώς: λεγόταν αντικαθεστωτικός. Υπήρχαν αυτοί που ισχυρίζονταν πως ανήκουν στην αντικαθεστωτική αριστερά. Μόνο σε αυτήν όμως. Δεν υπήρχε, αντίστοιχα, κάποια αντικαθεστωτική «δεξιά», ενώ σήμερα ο όρος αντισυστημικός μοιράζεται απλόχερα δεξιά και αριστερά σαν να περιγράφει και τους μεν και τους δε. Αφορά, μάλιστα, κατεξοχήν τους λεγόμενους «αντισυστημικούς» της δεξιάς, τους ριζοσπαστικούς εθνικιστές, τους μετα-φασίστες, τους οπαδούς μιας νέας συντηρητικής επανάστασης, τους εχθρούς των «πολιτισμικών γενοκτονιών».

 

H διαφορά των παλιών αντικαθεστωτικών λόγων από την αντισυστημική πλημμυρίδα του σήμερα είναι ότι κάποτε πίστευε κανείς πως υπήρχε ένα καθεστώς, ενώ τώρα οι περισσότεροι υποψιάζονται πως κυβερνάει το χάος. Γι' αυτό εξάλλου το 90% των αντισυστημικών υποσχέσεων του καιρού μας είναι υποσχέσεις ρύθμισης και τακτοποίησης.


Νομίζω όμως ότι οι δυο συγγενείς όροι δεν έχουν την ίδια εγκυρότητα. Το κοινωνικό καθεστώς είναι κάτι που μπορεί να περιγραφεί, να αναλυθεί, να κατονομαστεί. Είναι μια συγκεκριμένη οντότητα. Εδώ είναι όλη η διαφορά του από το «σύστημα». Το σύστημα, παρότι η λέξη δηλώνει κάτι με συνοχή και συγκεκριμένη δομή, έχει γίνει από καιρό ένα απροσδιόριστο και φασματικό αντικείμενο.

 

Για το σύστημα μπορεί να μιλάει με μεγάλη ευκολία ένας οπαδός του αντιεμβολιαστικού κινήματος, ένας σπουδαιοφανής τραγουδιστής του έντεχνου, ένας ακροδεξιός οπαδός του Προέδρου Πούτιν ή ένας από τους φριχτούς σχολιαστές του «αθλητικού ραδιοφώνου της Θεσσαλονίκης», που κι αυτοί αισθάνονται «εκτός συστήματος». Εναντίον του συστήματος μπορεί να είναι οι πιο διαφορετικοί ρόλοι της ελληνικής δημοσιότητας, τα πιο φαιδρά και ανυπόληπτα πρόσωπά της.


Θα πει κανείς πως το σύστημα είναι και αυτό προσδιορισμένο, είναι, για παράδειγμα, ο καπιταλισμός ή η νεοφιλελεύθερη εκδοχή του. Ναι, με τη διαφορά πως στον γαλαξία των αντισυστημικών του καιρού μας η κλασική αντικαπιταλιστική ευαισθησία έχει υποχωρήσει ή έχει επενδυθεί με γραφικά και επικίνδυνα υλικά: η ανάλυση έχει δώσει τη θέση της στο προφητικό παραλήρημα, στη θεωρία συνωμοσίας, στον στείρο καταγγελτικό οίστρο.

 

Από την άλλη, ένας ολόκληρος αντισυστημικός χώρος έχει συρρικνώσει την κριτική του καπιταλισμού σε μια μελοδραματική ρητορεία κατά του χρήματος και των υλιστικών αξιών, ανατρέχοντας μάλλον σε θρησκευτικά μοτίβα που έχουν ελάχιστη σχέση με μια ορθολογική κριτική στα μεγάλα ελαττώματα των κυρίαρχων οικονομικών μοντέλων.


Το αντισυστημικό μοιάζει έτσι με τη λαϊκίστικη και φαντασμαγορική μετεξέλιξη παλαιότερων μορφών κριτικής και ιδεολογικής αντιπολίτευσης. Σαν να πήραν την εξουσία οι αοριστολογίες, τα παραληρήματα των ιεροκηρύκων ή κάποιων ριζοσπαστών του πληκτρολογίου. Σαν να έχει επιστρέψει το ύφος της αντικουλτούρας, αλλά χωρίς τη χάρη, τις αιχμές και το πειραματικό πάθος που είχε η αντικουλτούρα του '60 και του '70.


Σε αυτό τον αβαθή αντισυστημισμό έρχεται όμως να απαντήσει μια άλλη τάση που τη βλέπω να αποκτά όλο και περισσότερους οπαδούς. Είναι μια τάση που ανακαλύπτει αντιθέτως τη γοητεία της τάξης, της ρουτίνας, της προσαρμογής. Μια τάση προς την αποκατάσταση των βαριά κλονισμένων προτύπων μαζί με μια αόριστη (στους νέους) νοσταλγία για «καθοδηγητικές» αξίες και πρότυπα.


Ένας κόσμος χαίρεται να νιώθει αντι-σύστημα. Και ένας άλλος κόσμος θέλει να φαντάζεται τον εαυτό του μέσα σε ρόλους με σαφείς ιεραρχίες, με ασφαλή σύνορα, με καλή ρυμοτομία που προστατεύει από τους άγριους καιρούς. Ένα τμήμα της σύγχρονης κουλτούρας τρέφεται από εικόνες εξέγερσης, ανυπακοής και άγριας αποσύνδεσης από τον ιστό της κανονικότητας. Ένα άλλο τμήμα όμως, και μάλλον το ισχυρότερο, επιζητεί ασμένως την αποκατάσταση της διασαλευμένης τάξης, τη ζεστή κοιτίδα μιας Μητέρας Πατρίδας, την τέλεια αστυνόμευση της ρημαγμένης του ζωής.


Όχι, δεν πρόκειται για πόλωση ανάμεσα στην «αναρχία» και τον «φασισμό», όπου από τη μία είναι το αντισύστημα και από την άλλη το σύστημα. Αντίθετα, η δυσκολία αυτής της εποχής είναι ότι σύστημα και αντισύστημα ανήκουν το ένα στο άλλο, κλείνουν το μάτι το ένα στο άλλο και συχνά παρασιτούν το ένα στο άλλο.

 

Όλο και περισσότεροι άνθρωποι κατηγορούν το σύστημα όχι γιατί είναι τέτοιο (σύστημα) αλλά γιατί, κατά τη γνώμη τους, έχει γίνει σκορποχώρι και «σουρωτήρι» και μπάχαλο. Του προσάπτουν το γεγονός πως δεν τους προφυλάσσει από τις απειλές της εποχής, από τις φυσικές καταστροφές, την ανασφάλεια, το έγκλημα, τους ιούς και πάει λέγοντας.


Όλη η διαφορά των παλιών αντικαθεστωτικών λόγων από την αντισυστημική πλημμυρίδα του σήμερα είναι ότι κάποτε πίστευε κανείς πως υπήρχε ένα καθεστώς, ενώ τώρα οι περισσότεροι υποψιάζονται πως κυβερνάει το χάος. Γι' αυτό εξάλλου το 90% των αντισυστημικών υποσχέσεων του καιρού μας είναι υποσχέσεις ρύθμισης και τακτοποίησης. Σαν τις υποσχέσεις για οριστική ρύθμιση των χρεών σε έναν κόσμο υπερχρεωμένων ανήμπορων.