Λέμε συχνά ότι το θράσος είναι ένα είδος παραστρατημένου θάρρους. Μια παιδική ασθένεια της τόλμης και της παρρησίας.

 

Με κάτι τέτοια λογοπαίγνια, όμως, αθωώνουμε στάσεις που συνδυάζουν την αφέλεια και την ωμή ιδιοτέλεια. Στάσεις που συναντούμε γύρω μας και κάποιες φορές και μέσα μας ‒ λίγοι είναι άλλωστε αυτοί που αντέχουν να ξύσουν τη σκουριά που έχει σωρεύσει ο χρόνος εντός τους και να παραδεχτούν: «ναι, έχω πει ουρανομήκεις ανοησίες ή έχω συμπεριφερθεί απαράδεκτα εδώ κι εκεί». Διότι, από μια άποψη το θράσος δεν έχει καμιά σχέση με το θάρρος και ας αφήσουμε στην άκρη τα ετυμολογικά παιχνίδια.

 

Δεν είναι μια εκτροπή ή μια στρεβλή εκδοχή θάρρους αλλά κάτι πολύ κοντά στη δειλία, στην πάση θυσία συντήρηση μιας αρχικής πόζας απ' την οποία δεν τολμάμε να αποσπαστούμε. Αν, για παράδειγμα, παραδεχτώ πως εκστόμισα μια τεράστια ανοησία, φοβάμαι ότι θα χάσω σε αξιοπιστία στο κοινό.

 

Όλοι έτσι πρέπει να δείχνουν στο κοινό τους, στο όποιο κοινό τους, ότι παραμένουν αμετακίνητοι. Να υπερθεματίζουν κιόλας (να το θράσος). Να μη φανεί ότι υποχώρησαν κάπου, αλλά ότι το πολύ-πολύ έκαναν κάποιον τακτικό ελιγμό. Να μην έρθουν σε κόντρα με το πλήθος και τις διάφορες ταυτότητες (ποδοσφαιρικές, πολιτικές κ.λπ.) για να μην εισπράξουν οργή ή απογοήτευση.

 

H στάση ψυχικής αυτοπροστασίας και απόσυρσης έχει αφήσει στο απυρόβλητο την επικράτεια του θράσους και της αντιδημοκρατικής αναίδειας. Το ότι λογαριάζουμε, επίσης, διάφορες συμπεριφορές ως γραφικές και αξιογέλαστες παρά ως επικίνδυνες, σημαίνει ότι έχουμε πέσει στην παγίδα μιας ψεύτικης ανοχής.


Σκέφτομαι, επομένως, εδώ ότι αυτός ο Άρης Φωκάς του κόμματος Λεβέντη που δεν αισθάνθηκε καμιά ανάγκη να επανορθώσει για το σύνθημα «να καεί, να καεί η πουτάνα η Βουλή», αυτός ο βουλευτής μας είναι ακραία εκδοχή μιας μπανάλ στάσης.

 

Το θέμα δεν εντάσσεται απλώς στην κλασική ψηφοθηρία ή στις πελατειακές σχέσεις παραδοσιακού χαρακτήρα. Έχει να κάνει με την τεχνική να προσαρμόζεται κανείς σε μια κοινωνία που δείχνει χαλαρότητα απέναντι στην παραβίαση των κανόνων. Μια κοινωνία που κολακεύεται ότι υποδέχεται τις παρεκκλίσεις από την πολιτική ορθότητα, ενώ απλώς αδιαφορεί για το ακραίο και είναι έτοιμη να το δει ως νόστιμη λεπτομέρεια.


Γι' αυτό άλλωστε σπανίζουν και οι εμπειρίες αληθινής αυτοκριτικής. Αντί γι' αυτές βλέπουμε κάποιον να αναρωτιέται πάντα γιατί να ζητήσει συγγνώμη. Στην καλύτερη περίπτωση βλέπουμε κάποιες τελετουργίες αυτοκάθαρσης και συγγνώμες δίχως συνέπειες.

 

Για να επιστρέψω στο συγκεκριμένο παράδειγμα του βουλευτή στη Θεσσαλονίκη, το πρόβλημα εδώ, πέρα από τη βλακεία ή την όποια γραφικότητα, είναι ένας ολέθριος πειρασμός: ο πειρασμός να γίνει κανείς αντίλαλος του ακροατηρίου του, φωνή του εκάστοτε «λαού» του.

 

Όλοι όσοι μιλάμε στο κοινό, σε κάποια αίθουσα ή κάποιο δημόσιο βήμα, τον έχουμε νιώσει αυτό τον πειρασμό. Πέρα από την τάση για ταύτιση με το ακροατήριο υπάρχει πάντα και ο φόβος μη συγκρουστούμε με τα αισθήματα των άλλων.

 

Σε τελική ανάλυση, το δύσκολο είναι να αρθρώσεις τα «όχι» σου. Έστω μέσα από την απουσία, την άρνηση συμμετοχής, τη χειρονομία διαχωρισμού.


Συχνά, όμως, προτιμούμε κάτι άλλο. Αντί να παρέμβουμε, καθόμαστε και υπομένουμε τα αντικοινοβουλευτικά και συνωμοσιολογικά κρεσέντο του συνομιλητή μας.

 

Δεν τον διορθώνουμε ή δεν του φέρνουμε αντιρρήσεις. Περιμένουμε στωικά μέχρι να αλλάξει θέμα ή να βαρεθεί. Άλλοτε ψάχνουμε μια ευκαιρία να φύγουμε με κάποια πρόφαση.

 

Το κάνουν πια όλο και περισσότεροι για να γλιτώσουν το ψυχικό κόστος της αντιπαράθεσης και την ένταση μιας διαφωνίας που, στις περισσότερες των περιπτώσεων, δεν υπάρχει η παραμικρή ελπίδα να τερματιστεί με κάποια «σύνθεση απόψεων». Ξέρουμε, άλλωστε, πως με τον ολοκληρωτισμό και την αντιδημοκρατική ακρότητα δεν υπάρχουν περιθώρια σοβαρού διαλόγου.


Αυτή όμως η στάση ψυχικής αυτοπροστασίας και απόσυρσης έχει αφήσει στο απυρόβλητο την επικράτεια του θράσους και της αντιδημοκρατικής αναίδειας. Το ότι λογαριάζουμε, επίσης, διάφορες συμπεριφορές ως γραφικές και αξιογέλαστες παρά ως επικίνδυνες, σημαίνει ότι έχουμε πέσει στην παγίδα μιας ψεύτικης ανοχής.

 

Ας το παραδεχτούμε όμως: δεν πρόκειται τόσο για ανεκτικότητα και μεγαθυμία όσο για κόπωση και έλλειψη υπομονής. Ίσως και για προκαταβολική παραίτηση που πιστεύουμε ότι σώζει κάτι από την ηρεμία μας.

 

Είναι, εν τέλει, πολύ δύσκολη η πάλη εναντίον των αντιδημοκρατικών παθών που υποδύονται τα δημοκρατικά. Και ακόμα πιο κουραστικό είναι να αντιμάχεται κανείς την αμάθεια και τις διάφορες εκδοχές κανιβαλισμού.


Κάπως έτσι έχουν πολλαπλασιαστεί οι κομφορμιστές και οι καριερίστες του λαϊκισμού. Βουλευτές που αγορεύουν υπέρ της «ομάδας» τους, που δεν ξέρουν τι σημαίνει πολιτική αντιπροσώπευση και κινούνται με το τι πειράζει και μια κουβέντα παραπάνω.

 

Τελικά, αυτό το «τι πειράζει» είναι ο βαθύτερος πυρήνας μιας κανονικής αιμορραγίας. Το νήμα που συνδέει την αμάθεια, τον τυχοδιωκτισμό και την πάση θυσία δημοφιλία. Αυτό είναι το νήμα πρέπει να κοπεί προτού οδηγήσει στα χειρότερα.