Ολόκληρα ψέματα ή μισές αλήθειες.
Σε μια πολιτική πραγματικότητα που με ύστατο μεταπολιτευτικό χαρτί τον ΣΥΡΙΖΑ έχει εξαντλήσει τα αποθέματά της, χωρίς να μπορεί να προτείνει τίποτα καινούργιο, πειστικό κι ελπιδοφόρο, το υπάρχον πολιτικό υλικό ανακυκλώνεται, ανακυκλώνει τα πρόσωπα και καταρρέει, χορεύοντας, φοβάμαι, τον χορό του Ζαλόγγου. Διότι εξακολουθεί να ακολουθεί τα βήματα της χορογραφίας που γνωρίζει. Δηλαδή;


Ή φέρεται σαν να είναι τυφλό, όσο «τυφλός» είναι ο υπουργός Επικρατείας Αλέκος Φλαμπουράρης, όταν δηλώνει ότι δεν βλέπει πλέον κανέναν να ψάχνει στα σκουπίδια το φαγητό του. Ή σαν να είναι κωφό, όσο κωφός είναι ο υπουργός Μετανάστευσης Γιάννης Μουζάλας στο χρονικό των δυστυχώς προαναγγελθέντων θανάτων προσφύγων από το κρύο. Ή σαν να είναι ανόητο, όσο ανόητη ήταν π.χ. η επιλογή της χρονικής στιγμής, ο τρόπος ανακοίνωσης και η επικοινωνιακή διαχείριση από τον υπουργό Ψηφιακής Πολιτικής, Τηλεπικοινωνιών και Ενημέρωσης, Νίκο Παππά, της δημιουργίας Ελληνικής Διαστημικής Υπηρεσίας. Αλλά όλα αυτά τα οιδιπόδεια συμπλέγματα του πολιτικού προσωπικού, που, αποφεύγοντας να είναι ειλικρινές σε οτιδήποτε, βάζει τα χέρια του και βγάζει τα μάτια του, δεν είναι ίδιον μόνο των κυβερνώντων. Δεν είναι μόνο εκείνοι που ποντάρουν στην αμνησία του κόσμου. Είναι όμως εκείνοι που, έχοντας τη διακυβέρνηση, έχουν και τη μεγαλύτερη ευθύνη για τη χρήση αυτής της σχιζοειδούς συνταγής των διπλών μηνυμάτων.


Κατά τα άλλα, όλοι οι υπόλοιποι την ίδια συνταγή επιμένουν να εφαρμόζουν. Π.χ. ο Κώστας Σημίτης, ο οποίος ασμένως προσπαθεί να ανακηρυχθεί ξανά σε φέρελπι πολιτικό παράγοντα και μας σηκώνει κάθε τόσο διά της αρθρογραφίας του αυστηρά το δάχτυλο, έδωσε μια συνέντευξη στον Χρήστο Χωμενίδη, στην οποία υπενθύμισε την πρωτόγνωρη εξέλιξη της δικής του οκταετίας (σ.σ. 1996-2003), μια που «ποτέ άλλοτε στην Ελλάδα δεν υπήρχε επί τόσο καιρό ένας τόσο θετικός υψηλός ρυθμός ανάπτυξης», χωρίς ο ίδιος να χρειάζεται να θυμηθεί το χρηματιστήριο, την απευθείας ανάθεση των ολυμπιακών έργων, την Goldman Sachs κ.λπ. κ.λπ. Α, και χωρίς να χρειάζεται να απαντήσει αν αυτό που περιέγραψε ήταν, και σε ποιον βαθμό, «επίτευγμα» λόγω του οποίου υπονομευόταν ήδη από τότε το μέλλον της χώρας!

 

Η ειλικρίνεια, η παραδοχή, ο απολογισμός, η ανάληψη κάποιας ευθύνης, βρε αδερφέ, η διάθεση για λίγο πιο ανοιχτά χαρτιά σ' ένα παιχνίδι με λίγο πιο διαφορετικούς όρους θα είχε ενδιαφέρον.


Άλλο παράδειγμα; Διάβασα τη συνέντευξη της Λίνας Μενδώνη με τίτλο «Η Αμφίπολη εγκαταλείφθηκε για να πληγεί το "success story" του Σαμαρά». Αυτό υποστήριζε η τέως γ.γ. του ΥΠ.ΠΟ., κατηγορώντας την παρούσα κυβέρνηση. Όμως και η ίδια τίποτα δεν είχε κάνει από το οφίκιό της στο υπουργείο για να μην αντιμετωπιστεί το σοβαρότατο θέμα της ανασκαφής στην Αμφίπολη με αντιεπιστημονικούς όρους και ως επικοινωνιακό εφέ του τότε πρωθυπουργού, με τις ευλογίες της «υπεύθυνης επικοινωνίας της ανασκαφής» Άννας Παναγιωταρέα.


Άλλο παράδειγμα; Διάβασα τη δημόσια δήλωση του Ευάγγελου Βενιζέλου που για το θέμα του ΔΟΛ κατακεραύνωσε την κυβέρνηση και την κατηγόρησε για «χυδαίο εκβιασμό και επίμονη προσπάθεια στοχοποίησης» του Σταύρου Ψυχάρη, «ενός ανθρώπου σε πρόδηλη αδυναμία». Νομίζω ότι η πλειονότητα του προσωπικού της «Ελευθεροτυπίας» θα μπορούσε πολλά να πει για τον ρόλο που ο κ. Βενιζέλος έπαιξε στην κατάρρευση μιας εξίσου ιστορικής εφημερίδας, που επιπλέον είχε, εκτός από εξίσου πρόδηλη αδυναμία, το εν δέκατο των χρεών του ΔΟΛ.

 

 

Θα μπορούσα να αναφέρω άλλα τόσα παραδείγματα για περιπτώσεις και συμπεριφορές που μοιάζουν εντελώς ανόμοιες μεταξύ τους. Έχουν όμως όλες ένα κοινό, την αμνησία. Την αντιμετώπιση του πολίτη είτε ως οπαδού που θα συνηγορήσει στην «ωραιοποίηση» της αλήθειας, είτε ως πάσχοντος από άνοια, είτε, ακόμα καλύτερα, ως πάσχοντος από εκείνο το σπάνιο νευρολογικό σύνδρομο που περιέγραφε ο Όλιβερ Σακς στο βιβλίο του Ο άνθρωπος που μπέρδεψε τη γυναίκα του μ' ένα καπέλο. «Όχι, όλο αυτό το πολιτικό προσωπικό δεν είναι αυτό με το οποίο συμβιώσαμε τόσα χρόνια, τσακωθήκαμε και γνωριστήκαμε απ' την καλή και απ' την ανάποδη. Είναι ένα καπελάκι που νομίζει πως φαίνεται καινούργιο και προσπαθεί να μας φορεθεί στενό-στενό».


Η ειλικρίνεια, η παραδοχή, ο απολογισμός, η ανάληψη κάποιας ευθύνης, βρε αδερφέ, η διάθεση για λίγο πιο ανοιχτά χαρτιά σ' ένα παιχνίδι με λίγο πιο διαφορετικούς όρους θα είχε ενδιαφέρον. Εκεί, όμως, στη συντήρηση αυτής της χορογραφίας για την οποία μιλούσα πιο πάνω, προς τον γκρεμό του Ζαλόγγου, έχει δώσει τον τόνο (από συμφέρον, συνενοχή ή φόβο) και η δημοσιογραφία. Κι επειδή και η δημοσιογραφία κρατούσε εξαρχής σφιχτά το μαντίλι, τώρα δεν θα γλιτώσει ούτε εκείνη, όπως αποδεικνύεται από το σαλτάρισμα στο κενό. Πού θα προσγειωθούμε όλοι μαζί; Τουλάχιστον, εύχομαι όχι στη φωλιά του φιδιού.

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO