«Το πλήθος των συνενόχων» γκρίνιαζε ο Μιχάλης κάθε φορά που έπεφτε πάνω σε κάποια σοβαρή συνεδρίαση της Βουλής. Χωμένος στην πολυθρόνα του, απέναντι από την τηλεόραση, όσο γερνούσε έμοιαζε απίστευτα στον «Καρλ Φρέντρικσεν», αν και η γαλουχημένη καταρχάς στην Αριστερά και στους αγώνες της πολιτική του σκέψη είχε πάψει δεκαετίες τώρα να κοιτά «ψηλά στον ουρανό», προσκρούοντας μονίμως σε διαπιστώσεις όλο και πιο πικρόχολες, όλο και πιο κυνικές (ή μήπως πιο ρεαλιστικές);


Τον θυμήθηκα παρακολουθώντας τη συνεδρίαση της Βουλής για τη διαπλοκή, καταλήγοντας ξανά στο ίδιο, κοινότοπο φυσικά, συμπέρασμα: στο πολιτικό σκηνικό εξακολουθεί να έχει μεγαλύτερη σημασία το φαίνεσθαι της τηλεοπτικής εντύπωσης, καθώς το περιεχόμενο των λόγων, όσο σοβαρό κι αν ενδέχεται να είναι, ψυχορραγεί στο στόμα πολιτικών, για τον πρότερο έντιμο πολιτικό βίο των οποίων δεν είναι βέβαιο ότι θα έβαζαν το χέρι τους στη φωτιά ούτε καν οι συγγενείς τους – αν όχι ειδικά αυτοί...


Ο πικρόχολος Μιχάλης ίσως να παρατηρούσε πως η μοίρα της τελευταίας φάσης του μεταπολιτευτικού μας πολιτικού συστήματος, όπως το ξέραμε ως εδώ, είναι η ανυποληψία, το αμφιλεγόμενο πολιτικό μητρώο και το βεβαρημένο παρελθόν πολλών απ' όσους σήμερα επιχειρούν να πείσουν ότι, αφού βαφτίστηκαν στην Κολυμβήθρα του Σιλωάμ, τώρα πια έχουν φιλολαϊκές προθέσεις και τυφλή αφοσίωση στη διαφάνεια και στην αλήθεια και στην ανάπτυξη. Αντιθέτως, το μόνο για το οποίο πείθουν είναι η βασανιστική επανάληψη του ίδιου και του ίδιου μικροπολιτικού παιχνιδιού. Μιας «Ημέρας της Μαρμότας». Μιας χιλιοδοκιμασμένης και τυφλής (τα τ' ώτα τον τε νουν) συνταγής δηλαδή, προορισμένης για τη μνήμη χρυσόψαρου και το εύκολα διαχειρίσιμο θυμικό μιας μάζας οπαδών και όχι ενός κόσμου ταλαιπωρημένου εδώ και χρόνια από παρόμοιες πολιτικές επιλογές. Το αποτέλεσμα, βέβαια, είναι ότι όλο και περισσότεροι ψηφοφόροι θα στρέφονται σε α-πολιτικές ή, ακόμα χειρότερα, σε αντιδραστικές και ακραία επικίνδυνες επιλογές.


Προσώρας, βέβαια, όλο αυτό το θέατρο εντυπώσεων υποδύεται το ισχυρό κυβερνητικό χαρτί, καθώς ακόμα και ο ψυχραιμότερος παρατηρητής των γεγονότων αποκλείεται να αποφύγει να σκεφτεί κάποιες στιγμές αυτό το «κοίτα ποιος μιλάει». Ίσως η πιο light, σαφώς α-πολιτίκ, αλλά όχι λιγότερο ενδεικτική συνθήκη αυτού του πράγματος είναι όλο αυτό το αντιαισθητικό υλικό πρωινάδικου με τους παλιούς όρους του lifestyle που ζούμε α) κάθε φορά που ερεθίζονται τα κρητικά αντανακλαστικά του Πολάκη, β) κάθε φορά που ανασύρεται το θέμα του θαυμασμού του Καρανίκα για τη Μενεγάκη, γ) τώρα που έγινε το περίφημο πάρτι στο Μαξίμου με πιανίστα τον Κώστα Ζουράρι.

 


Ναι μεν η... μη αναστρέψιμη «λεβεντιά» του αναπληρωτή υπουργού Υγείας θα ήταν από ενδιαφέρουσα μέχρι γραφική, αν ο ίδιος δεν όφειλε να ανταποκριθεί σε έναν θεσμικό ρόλο. Ναι μεν η γοητεία που ενδεχομένως ασκεί η Μενεγάκη στον Καρανίκα δεν θα ήταν πρωτότυπη (άλλωστε, στην ποδιά της μέχρι και ο Κοντομηνάς έκλαψε), αν ο σύμβουλος του πρωθυπουργού δεν είχε επιδείξει τόση αφέλεια στο θέμα της επικοινωνίας του με το «DownΤown», αφέλεια ανεπίτρεπτη για τον ρόλο του. Ναι μεν το αντισυμβατικό του πράγματος που θα υπαινισσόταν ένα γλέντι στα άδυτα του Μαξίμου καθόλου δεν θα πείραζε, αν δεν διανύαμε την εποχή της μεγάλης κατάθλιψης...

 

Αλλά, από την άλλη, ποιοι εκπλήσσονται και ποιοι μιλούν για κακογουστιά; Ποιοι σοκάρονται και ανακαλύπτουν έκθαμβοι ότι παραβιάστηκαν, ξαφνικά, οι αρχές της... αστοσύνης τους στο φέρεσθαι ή στο ενδύεσθαι; Όλοι δεν φτάσαμε ως εδώ μαζί με τους «ξεγάνωτους τενεκέδες» του Βαγγέλη Γιαννόπουλου και τα πρώτα τραπέζια στις πίστες; Τα ζεϊμπέκικα στο «Περιβόλι τ' ουρανού»; Το ανεξέλεγκτο θυμικό του Γιακουμάτου ή του Πάγκαλου ή του Κεδίκογλου; Τις στριγκιές κραυγές του Άδωνη; Τα πολιτικά «επιχειρήματα» του Τζήμερου; Την αγοραία συμπεριφορά του Ψαριανού; Τα κακοπροαίρετα ενδυματολογικά σχόλια για τις κυρίες του ΠΑΣΟΚ, προεξάρχουσας της Λιάνη; Τις βρισιές, τα κοινοβουλευτικά περιστατικά παρ' ολίγον χειροδικίας, τις χορευτικές σβούρες, τα γεύματα και τα δείπνα, τα κρούσματα υπεροψίας...


Ο ΣΥΡΙΖΑ απλώς έπιασε τον μίτο του νεοελληνικού πολιτικού ήθους και έθους από εκεί όπου τον άφησαν οι προηγούμενοι και δυστυχώς συνεχίζει να τον τραβά πότε-πότε με ανάλογη ζέση, συμπεριφορά και επιχειρηματολογία. Η διαφορά είναι ότι από ένα παιχνίδι της Ιστορίας τα δικά του περιθώρια μήπως και σπάσει το σκοινί είναι πολύ πιο περιορισμένα. Η ιστορική του ευθύνη, πολύ μεγαλύτερη. Και το επιχείρημα «ναι, αλλά τι έκαναν οι προηγούμενοι», στενό σακάκι – και χωρίς pochette. Γιατί, καθώς η απογοήτευση, η διάψευση και ο θυμός λειτουργούν και αναδρομικά, αφού όποιος καεί σε 40 χρόνια χυλού, φυσάει και τα δυο χρόνια γιαούρτι, η απαίτηση για έναν διαφορετικό λόγο είναι θέμα επιβίωσης (όχι του κόμματος, ε;).