• Μένω σε ένα ισόγειο διαμέρισμα στο Μαρούσι. Το ντελίβερι δυσκολεύεται να με βρει γιατί ο δρόμος είναι αδιέξοδος και ούτε αριθμό έχω, ούτε κουδούνι. Κάθε φορά πρέπει να πεις «μετά τα φανάρια των Μελισσίων, στο πρώτο στενό δεξιά». Αυτό σημαίνει απόλυτη ησυχία (κι ας βρίσκομαι κάθετα στην Κηφισίας) και ψευδαίσθηση φύσης, αφού δίπλα μου είναι το Κτήμα Συγγρού, το «δασάκι», όπως το λέμε. Άμα ήταν κανονικό δάσος, θα ήμουν σχεδόν ευτυχισμένη.
  •  Όταν η νύχτα είναι ζεστή, πηγαίνω στο δημοτικό πίσω από το σπίτι μου και κάθομαι στο γήπεδο του μπάσκετ. Όταν και η μέρα είναι ζεστή, ανεβαίνουμε με τους φρέντο ανά χείρας στην παλιά δεξαμενή που είναι χαμένη κάπου στο Κτήμα, τη νομίζουμε πισίνα και κάνουμε τα δεκαπεντάχρονα.
  •  Τον Δεκαπενταύγουστο γίνεται μεγάλο πανηγύρι. Η Μητροπόλεως και η Βασιλίσσης Σοφίας γεμίζουν πλαστικά πράγματα. Οι παππούδες αγοράζουν «ευλόγησον» εικονίτσες, οι γιαγιάδες φτηνά σεντόνια, οι νοικοκυρές γκατζετάκια κουζίνας, οι άντρες νησιωτικολαϊκές κασέτες, οι έφηβες κόρες φλουό μανό του ενός ευρώ και οι έφηβοι κρυφά δωράκια για τις σχολικές τους αγάπες. Εγώ και τα παιδιά κολλάμε με φούξια παιχνίδια και ξεχασμένες Μπάρμπι. Πέρυσι αγόρασα ένα χελωνάκι που το έβγαλα Μάκη. Πέθανε πάνω στον μήνα.
  •  Όταν κάναμε κοπάνα από το σχολείο, πηγαίναμε για καφέ στην Blueprint. Θα φταίει η οικειότητα που δημιουργεί το ξύλο, γιατί ακόμα εκεί πάμε. Για το Αpple Μartini μας έχουμε αποκλειστική συνεργασία με το Jolie Mome. Για γλυκό μόνο στο Πανόραμα. Όπου γλυκό, βλέπε cheesecake, τούρτα καραμέλα και τρίγωνα Θεσσαλονίκης. Για κουλούρι Θεσσαλονίκης, επίσης μόνο, στον Παραδοσιακό της πλατείας Κασταλίας.
  •  Τα Σάββατα έντυνα τον εαυτό μου και τουλάχιστον άλλη μία συνένοχο με μητρικά ρούχα, τακούνια και κοσμήματα και κατεβαίναμε στο αποκάτω βιντεοκλάμπ με φάντα στο χέρι, πιστεύοντας ότι πάμε σε αληθινό κλαμπ. Τα Χριστούγεννα, κάτω από την πολυκατοικία, ανεβάζαμε παράσταση με θέμα τη Γέννηση. Οι γονείς τουρτούριζαν από το υπαίθριο θέαμα. Έκανα και την Παναγία και τον άγγελο και τα ρούχα. Τα καλοκαίρια παίζαμε την «ανάποδη υπηρέτρια», που ήταν και το μεγαλύτερο σουξέ μας. Το εισιτήριο έκανε 100 δραχμές. Έτρωγα τις εισπράξεις στο διπλανό ζαχαροπλαστείο σε πακοτίνια, τσίχλες τσιγάρο και παγωτό μόκα.
  •  Κάποτε υπήρχε ένας τύπος που ζωγράφιζε κάτι υπέροχους μοβ εξωγήινους έξω από κάθε νεόκτιστο. Μόνο στο δικό μου δεν είχε έρθει. Αν ακούει, παρακαλείται όπως με επισκεφτεί.
  •  Η «Καλημέρα» του Νίκου Παπάζογλου ταιριάζει πολύ στη γειτονιά μου, γιατί πάει να γίνει κυρία των βορείων προαστίων, αλλά δεν της βγαίνει. Το τραγούδι τελειώνει με τους στίχους: «Μα φτάνω στην εξώπορτα, κοιτάζω στον καθρέφτη κι αντί να ρίξω μια μπουνιά, χαμογελώ στον ψεύτη».
  •  Δίπλα από το ΙΚΑ υπάρχει η έπαυλη Κουβέλου. Αυτό που λίγοι ξέρουν είναι ότι το ερειπωμένο για χρόνια κτίριο, που ανήκει στην Εκκλησία, είναι πλέον ένας «ελεύθερος κοινωνικός χώρος». Κοινώς, έχει και το Μαρούσι κατάληψη.
  •  Αν μπορούσα ν’ αλλάξω κάτι στο Μαρούσι, θα ήταν τα σουρεαλιστικά δημοτικά τέλη και το αποτυχημένο πλακόστρωτο. Επίσης, θα ήθελα ο Γιώργος Λεμπέσης να πάψει να τραγουδάει στις καλοκαιρινές βραδιές πολιτισμού. Έχουν περάσει οι Τρύπες από τα μέρη μας, όχι αστεία.