Μένω στον Λυκαβηττό. Το σπίτι μου είναι γαντζωμένο στη μέση περίπου του λόφου. Πίσω από αυτό ορθώνονται ο άσπρος βράχος και το δασάκι με τα πεύκα, τους κάκτους, τους αθανάτους, και στην κορυφή του ο Άη Γιώργης, που θυμίζει ασπρισμένο κυκλαδίτικο εκκλησάκι. Κάθε φορά που τον κοιτάζω μου ‘ρχεται μια γεύση από Αμοργό, Αγία Άννα, Παναγία Χοζοβιώτισσα.

 

Μπροστά απ’ το σπίτι μου απλώνεται η γειτονιά που ονομάζεται Νεάπολη. Αριστερά κατηφορίζει η Δαφνομήλη με τα παλιά σπιτάκια και τις αυλές που χαίρεται το μάτι να τις χαζεύει στο πέρασμα προς το Γαλλικό Ινστιτούτο. Το παρκάκι του Άγιου Νικόλα είναι στα δεξιά, με το γήπεδο του μπάσκετ όπου μαζεύεται όλη η πιτσιρικαρία τα απογεύματα.

 

Όλα εδώ όχι απλώς μοιάζουν αλλά είναι στραβά. Η κάθετη παρουσία του λόφου αλλάζει τα δεδομένα αντίληψης του χωροχρόνου, λες και οι μέρες περιστρέφονται κάθετα γύρω από τον βράχο. Καμιά φορά σκέφτομαι ότι αυτή η κατηφορική αίσθηση που έχω ακόμα και μέσα στο σπίτι πρέπει να επηρεάζει το μυαλό μου μ’ έναν πολύ ιδιαίτερο τρόπο. Η παραμικρή μετακίνηση στη γειτονιά προϋποθέτει ανηφόρα, σκαρφάλωμα, κουτρουβάλα, κατηφόρα και τούμπαλιν. Ο χρόνος διαστέλλεται και συστέλλεται ανάλογα με το αν ανεβαίνεις ή κατεβαίνεις.

 

Η ησυχία και η παρουσία της φύσης είναι χαρακτηριστικά της περιοχής. Ακόμα κι αν δεν είναι μια γειτονιά πνιγμένη στο πράσινο, πίσω από το μπετόν των πολυκατοικιών λες και είναι ζωντανό το δάσος. Φυσικά, όλα αυτά ανατρέπονται πολύ συχνά από τα κομπρεσέρ των οικοδομών που ξεφυτρώνουν κάθε καλοκαίρι. Αλλά παρηγορούμαι με το μικρό κηπάκι με τις τριανταφυλλιές μπροστά στο σπίτι μου, το οποίο επισκέπτονται καθημερινά οι καρακάξες και τα κοτσύφια του Λυκαβηττού, την ίδια περίπου εποχή που εμφανίζονται και τα κομπρεσέρ των οικοδομών.

 

Ένα από τα πιο χαρακτηριστικά μαγαζάκια της γειτονιάς που βρίσκεται ακριβώς απέναντι απ’ το σπίτι μου είναι το μαγικό εργαστήρι της Αριστέας. Μοιάζει λίγο με το ζαχαρωτό σπιτάκι του παραμυθιού, με κορδέλες που ανεμίζουν μαζί με καραβάκια και μεταλλικά στολίδια, παίζοντας παράξενες μελωδίες στον αέρα. Πολλά χειροτεχνήματα, φαναράκια και άλλα μυστικά αντικείμενα υπό κατασκευή μπορεί να χαζέψει κανείς εκεί και να ξεχάσει για λίγο το άγχος της Ιπποκράτους που καραδοκεί δυο στενά πιο κάτω. Το μπακάλικο στο τέρμα της Δαφνομήλη έχει ακόμα κάτι από τα μαγαζιά της γειτονιάς που θυμάμαι από τα παιδικά μου χρόνια. Κι αυτό το κάτι είναι αυτή η αίσθηση του χρόνου που χαλαρώνει.

 

Απέναντι από το σπίτι μου, έμενε μία πολύ παράξενη γυναίκα, σίγουρα διαταραγμένη, με τη μανία να βγαίνει στο μπαλκόνι της με το νυχτικό και να βγάζει λόγο σ’ ένα ανύπαρκτο ακροατήριο. Για την ακρίβεια, έμοιαζε ν’ απευθύνεται σε πλήθος ανθρώπων. Οι λόγοι της διαρκούσαν μερικές φορές δύο ώρες και παραπάνω. Αυτό που μου έκανε τρομερή εντύπωση ήταν η απόλυτη κατανόηση που έδειχναν οι γείτονες.

 

Ποτέ κανείς δεν της φώναξε, δεν της μίλησε άσχημα, ούτε κανείς παραπονέθηκε. Ακούγαμε όλοι υπομονετικά τα παραληρήματά της, μάλλον με συμπόνια.