Στις τρεις το πρωί, ο άνθρωπος ακόμα το παλεύει. Όποιος κι αν είναι ο στόχος του (να νυστάξει ή να γλεντήσει). Στις πέντε, το έχει πάρει απόφαση. Ό,τι έγινε, έγινε. Αλλά στις τέσσερις; Όλα κρατάνε την ανάσα τους και όλα παίζονται. Ο άνθρωπος λουφάζει κι αιωρείται.


Υπάρχει ένα εκπληκτικό ποίημα της Βισλάβα Συμπόρσκα για το θέμα. Το «Τέσσερις το πρωί».

 

Η ώρα της νύχτας μέσα στη μέρα.
Η ώρα του γυρίσματος από πλευρό σε πλευρό.
Η ώρα για τους μεσόκοπους.
Η καθαρή ώρα για το λάλημα των πετεινών.
Η ώρα που μας απαρνιέται η γη.
Η ώρα των σταγόνων από σβησμένα άστρα.
Η ώρα του «τι κι αν μετά από μας δεν υπάρχει τίποτα».
Μια άδεια ώρα.
Άχαρη, στείρα.
Απ' όλες τις ώρες η χειρότερη.
Κανένας δεν είναι στα καλά του στις τέσσερις το πρωί.
Κι αν άσπρα μυρμήγκια νιώθουν ωραία στις τέσσερις το πρωί
– ας συγχαρούμε τα μυρμήγκια. Κι ας γίνει πέντε η ώρα
αν σκοπεύουμε να συνεχίσουμε να ζούμε

(μτφρ. Βασίλης Καραβίτης)

 

Και ένα επίσης εκπληκτικό ποίημα της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, που μ' αρέσει εξίσου:

 

Ποια είναι η ώρα κοντά στα ξημερώματα
που με τ' όνειρο φτάνω στον γκρεμό
και πέφτω, πέφτω
χωρίς το σώμα μου;
Όλοι οι θάνατοι εδώ σκηνοθετούνται
απ' τους ανθρώπους
ακούγεται η ανάσα των φύλλων
νέα πουλιά αντικαθιστούν τα χτεσινά
με μια ψυχή
μ' ένα πέταγμα
θα τραγουδήσουν.
Πού βρίσκομαι τη στιγμή εκείνη
τη μόνη που βαραίνει
τη μόνη που δείχνει τη μεγάλη περιπέτεια
πού βρίσκομαι σαν μου αφαιρούν
μου αφαιρούν
μιαν άνοιξη την κάθε νύχτα
και δεν αγγίζω την κοιλιά
που γεννάει
την πεταλούδα που ξεραίνεται;
Ηλικίες!
Είναι όλες φτωχές οι ηλικίες
κι αυτά τα δεκαοκτώ
τόσο λίγο φωτίζονται από το άλλο θαύμα
τόσο λίγο γεύονται το σκοτάδι
κι ούτε που ζυγίζουν
του ζώου την αξία
του ζώου τη φύση την αιώνια.
Κάτι σαν τύφλωση η αθωότητα
κι οι άγιοι ξεμωραμένοι
υψώνουν χαρταετό
πέρα απ' την ατμόσφαιρα.
Την ώρα εκείνη
που με το λύκο τη συνταιριάζουν οι ποιητές
την ώρα εκείνη
το σώμα μόνο τη γνωρίζει
σφαδάει, γρυλίζει
σκουραίνει ο ουρανός του ύπνου
χίλιες φορές πεθαίνω
εγώ, εσύ
όσο να ξημερώσει.

 

Η πρώτη φορά όμως που σκέφτηκα το ποιητικό βάρος αυτής της ώρας ήταν πολύ νωρίτερα (φοιτητής), από το έργο του Τζιακομέτι «Το ανάκτορο στις 4 π.μ.». Μου άρεσε, ασφαλώς, το έργο. Μου άρεσε όμως πολύ και το κείμενο που ο ίδιος είχε γράψει για να το επεξηγήσει – είναι πεζό, αλλά έχει τη μεταφυσική υφή που βρίσκεις στα ποιήματα. Το μεταφράζω πρόχειρα:


«Αυτό το αντικείμενο πήρε συγκεκριμένη μορφή λίγο-λίγο, στα τέλη του καλοκαιριού του 1932. Μου αποκαλύφθηκε σταδιακά, μέχρι τα διάφορα κομμάτια του να πάρουν την απτή μορφή τους και τη σωστή τους θέση μέσα στο σύνολο. Με το φθινόπωρο είχε αποκτήσει τέτοια παραστατικότητα, που η πρακτική εφαρμογή του στον χώρο δεν πήρε πάνω από μια μέρα.

 

Σχετίζεται χωρίς καμιά αμφιβολία με μια περίοδο της ζωής μου που είχε φτάσει στο τέρμα της έναν χρόνο πρωτύτερα: με έξι ολόκληρους μήνες που πέρασαν με τη συντροφιά μιας γυναίκας, η οποία, συγκεντρώνοντας όλη τη ζωτικότητα πάνω της, μαγικά μεταμόρφωνε την κάθε μου στιγμή. Είχαμε τη συνήθεια να χτίζουμε ένα φανταστικό ανάκτορο τη νύχτα (μέρες και νύχτες είχαν το ίδιο χρώμα, λες και όλα συνέβαιναν λίγο πριν χαράξει η αυγή! – όλον αυτό τον καιρό ποτέ δεν είδα τον ήλιο) – ένα πολύ εύθραυστο παλάτι από σπιρτόξυλα.

 

Με την παραμικρή λάθος κίνηση ένα ολόκληρο κομμάτι αυτής της μικροσκοπικής κατασκευής κατέρρεε. Και πάντα αρχίζαμε να το φτιάχνουμε απ' την αρχή.

 

Δεν ξέρω πώς κι έγινε να κατοικηθεί από μια σπονδυλική στήλη μέσα σε ένα κλουβί (τη σπονδυλική στήλη που η γυναίκα αυτή μου πούλησε ένα από τα πρώτα βράδια που τη συνάντησα στον δρόμο) και με ένα από τα σκελετωμένα πουλιά που είχε δει τη νύχτα εκείνη, πριν το πρωί η κοινή ζωή μας καταρρεύσει. Τα σκελετωμένα πουλιά που φτεροκοπάνε με κραυγές χαράς στις τέσσερις η ώρα το πρωί, πολύ ψηλά απ' τη λιμνούλα με τα καθαρά πρασινωπά νερά, όπου λεπτότατα ψαροκόκαλα επιπλέουν, μες στο μεγάλο αίθριο.

 

Στη μέση υψώνεται η σκαλωσιά ενός πύργου, μάλλον ατέλειωτου, ή –απ' τη στιγμή που η σκεπή του έπεσε– ίσως και χαλασμένου.

 

Στην άλλη άκρη φάνηκε το άγαλμα μιας γυναίκας, που πάνω της αναγνωρίζω τη μητέρα μου, έτσι όπως φανερώνεται στις πιο μακρινές μου αναμνήσεις. Το μυστήριο του μακριού μαύρου φουστανιού της που αγγίζει το πάτωμα με βασάνισε! Μου φάνηκε σαν συστατικό μέρος του σώματός της και γέννησε μέσα μου ένα αίσθημα φόβου και σύγχυσης.

 

Όλα τα άλλα έχουν σβηστεί και δεν με απασχόλησαν.

 

Αυτή η μορφή στέκεται μπροστά από την κουρτίνα, που επαναλαμβάνεται τρεις φορές – την κουρτίνα που αντίκρισα μόλις άνοιξα τα μάτια μου πρώτη φορά στη ζωή...

 

Δεν έχω να πω τίποτα για το κόκκινο αντικείμενο μπροστά από τη σανίδα. Αναγνωρίζω σε αυτό τον εαυτό μου».

 

Το άρθρο δημοσιεύθηκε στην έντυπη LiFO