Περισσότερες από 120.000 αντιλόπες σάιγκα -περίπου το ένα τρίτο του παγκόσμιου πληθυσμού τους- πέθανε στο Καζακστάν από τα μέσα Μαΐου, ενώ τα αίτια του θανάτου τους παραμένουν άγνωστα. Το είδος αυτό, που απειλείται με εξαφάνιση, επιζεί από την εποχή των παγετώνων.

 

«Ούτε ένα ένα ζώο δεν επιβίωσε στα κοπάδια που επλήγησαν», ανέφερε η Σύμβαση για τη Διατήρηση των Αποδημητικών Ειδών Άγριας Πανίδας (γνωστή ως CMS), μία προσπάθεια που υποστηρίζεται από τα Ηνωμένα Έθνη.

 

Όπως αναφέρουν οι LA Times, τα βακτήρια Pasteurella και Clostridia πιστεύεται ότι επιτάχυναν τους θανάτους, αλλά τα ίδια δεν είναι θανατηφόρα, εκτός αν το ζώο έχει ήδη εξασθενημένο ανοσοποιητικό σύστημα. Οι εμπειρογνώμονες προσπαθούν ακόμη να προσδιορίσουν την αιτία του θανάτου, πρόσθεσε το CMS.

 

Οι μαζικοί θάνατοι των σάιγκα δεν είναι κάτι ασυνήθιστο. Το 2010 πέθαναν 12.000 σε ένα περιστατικό, ενώ το 1984 σχεδόν 100.000 και οι αιτίες αυτών των μαζικών θανάτων δεν είχαν προσδιοριστεί με βεβαιότητα. Σύμφωνα με το CMS, οι μαζικοί θάνατοι συχνά σημειώνονται κατά την περίοδο των γεννήσεων, όταν τα θηλυκά σχηματίζουν τεράστια κοπάδια για να γεννήσουν.

 

Σήμερα, το Καζακστάν φιλοξενεί το 90% του παγκόσμιου πληθυσμού της αντιλόπης σάιγκα, η οποία ξεχωρίζει από τα κέρατά της που θυμίζουν λύρα και τη βολβόσχημη μύτη. Σύμφωνα με το Reuters, περίπου 300.000 σάιγκα εκτιμάται ότι υπήρχαν στο Καζακστάν στις 11 Μαΐου, όταν βρέθηκε το πρώτο νεκρό ζώο.

 

Μέχρι τις 27 Μαΐου, σχεδόν 121.000 νεκρές αντιλόπες είχαν καταμετρηθεί σε τρεις μεγάλες περιοχές, όπως ανακοίνωσε το υπουργείο Γεωργίας της χώρας. Ωστόσο, η καταμέτρηση συνεχίζεται, σύμφωνα με το CMS, και ο απολογισμός μπορεί να αποδειχθεί μεγαλύτερος. Πρόσθεσε όμως πως φαίνεται να σταμάτησαν οι θάνατοι και εκφράζει ελπίδες για γρήγορη ανάκαμψη του πληθυσμού, καθώς συχνά οι αντιλόπες γεννούν δίδυμα και ο αριθμός τους μπορεί να αυξηθεί σχετικά άμεσα.

 

Περίπου 1 εκατομμύριο αντιλόπες σάιγκα υπήρχαν στο Καζακστάν τη δεκαετία του 1990, αλλά μόλις 21.000 απέμεναν το 2003 λόγω της λαθροθηρίας και των ασθενειών. Δύο χρόνια αργότερα, το 2005, η κυβέρνηση της χώρας εφάρμοσε σχέδιο για την προστασία του είδους και ο πληθυσμός ανέκαμψε.

 

Μικρότερα κοπάδια εντοπίζονται στη Ρωσία και τη Μογγολία. Στην Κίνα, η ζήτηση για τα κέρατά τους οδήγησαν στην πλήρη εξαφάνιση του είδους πριν από δεκαετίες.