Η αμερικανική φαρμακοβιομηχανία Johnson & Johnson καλείται να πληρώσει μια αποζημίωση μαμούθ ύψους 8 δισ. δολαρίων σε έναν άνδρα, καθώς δεν είχε προειδοποιήσει ότι ένα αντιψυχωτικό φάρμακο θα μπορούσε να οδηγήσει σε γυναικομαστία.

 

Δικαστήριο της Φιλαδέλφειας δικαίωσε τον Nicholas Murray, 26 ετών, η περίπτωση του οποίου ήταν μία από τις χιλιάδες που εκκρεμούσε. Οι δικηγόροι του νεαρού υποστήριξαν ότι η θυγατρική Janssen της J & J έβαλε προτεραιότητα τα «κέρδη έναντι των ασθενών» στην εμπορία του φαρμάκου Risperdal. Η J & J θα ασκήσει έφεση κατά της απόφασης, και δήλωσε ότι ήταν υπερβολικά δυσανάλογη.

 

Ο καθηγητής Carl Tobias της Νομικής Σχολής του Πανεπιστημίου του Ρίτσμοντ δήλωσε ότι αναμένει να μειωθεί το ποσό της αποζημίωσης σε περίπτωση προσφυγής. Ωστόσο και μόνο η ανακοίνωση για την αποζημίωση, έριξε την μετοχή της εταιρίας κατά 2% καθώς εκτιμάται πως αυτή ήταν η πρώτη από τις πολλές περιπτώσεις διεκδίκησης αποζημιώσεων. Η εταιρεία αντιμετωπίζει μια σειρά καταγγελιών στις ΗΠΑ επειδή φέρεται ότι δεν προειδοποίησε σωστά για τις παρενέργειες του Risperdal. Στην αγωγή κατά του Risperdal, ο Murray είπε ότι ανέπτυξε γυναικομαστία.

 

Οι δικηγόροι του Nicholas Murray υποστήριξαν πως οι οδηγίες του φαρμάκου απέτυχαν να προειδοποιήσουν για τον κίνδυνο ανάπτυξης γυναικομαστίας και ότι ο πελάτης τους βρέθηκε σε μία «σοβαρή, εξευτελιστική και συχνά επίπονη κατάσταση» η οποία του προκάλεσε σημαντικές ψυχολογικές διαταραχές σε μία κρίσιμη περίοδο «όπου διαμορφώνεται η εικόνα του εαυτού και η ταυτότητα φύλου».

 

Ο Nicholas Murray ανέφερε ότι ξεκίνησε να αναπτύσσει γυναικομαστία το 2003, όταν του χορηγήθηκε το Risperdal καθώς είχε διαγνωσθεί με διαταραχή στο φάσμα του αυτισμού. Από την πλευρά της, η Johnson & Johnson υποστήριξε πως στις οδηγίες του φαρμάκου αναγράφονται με σαφήνεια και με κατάλληλο τρόπο οι κίνδυνου που σχετίζονται με τη λήψη του φαρμάκου. 

 

Τον Αύγουστο, η Johnson & Johnson κλήθηκε να πληρώσει 572 εκατομμύρια δολάρια καθώς ένα δικαστής στην Οκλαχόμα συνέβαλε στο ξέσπασμα επιδημίας στην πολιτεία, καθώς έτρεξε μία «λανθασμένη και επιβλαβή» καμπάνια πωλήσεων. Η εταιρεία ανέφερε ότι θα προσβάλει την υπόθεση. 

 

Με πληροφορίες από BBC/Financial Times