Ιδιαίτερα χαμηλές είναι κατά μέσο όρο οι ταχύτητες λήψης και αποστολής δεδομένων μέσω Διαδικτύου στην Ελλάδα, με τεράστιες αποκλίσεις από τις ονομαστικές τιμές των συμβολαίων. 

 

Σύμφωνα με τις μετρήσεις της Εθνικής Επιτροπής Τηλεπικοινωνιών & Ταχυδρομείων (ΕΕΤΤ), το 2018 η μέση ταχύτητα σύνδεσης ήταν 16,3 Mbps για το download, και 2,4 Mbps για το upload.

 

Παρά την αύξηση από το 2017 (13,2 και 1,7 Μbps αντίστοιχα), οι πραγματικές ταχύτητες παραμένουν πολύ χαμηλές και διαμορφώνονται μόλις στο 38% της ονομαστικής ταχύτητας για download. Το upload είναι κατά μέσο όρο 28% πιο χαμηλό από την ταχύτητα των συμβολαίων, όπως καταδεικνύει η αναφορά μετρήσεων «Υπερίων 2018».

 

Σύμφωνα με την ΕΕΤΤ, η μικρή βελτίωση είναι αποτέλεσμα της διάδοσης εξελιγμένων συνδέσεων οπτικών ινών (VDSL και FTTx) αλλά, παρότι πέρυσι προστέθηκαν στο δείγμα συνδέσεις 100 Mbps/5 Mbps, ο μέσος όρος δεν έχει αυξηθεί σημαντικά. 

 

Όπως σημειώνεται στην ετήσια αναφορά, αυτή η κατηγορία γρήγορων συνδέσεων είναι η πιο αξιόπιστη ως προς τις αποδόσεις, καθώς πλησιάζει περισσότερο τις ονομαστικές ταχύτητες, συγκριτικά με τις «χάλκινες» ADSL. 

 

Ετσι, μια ονομαστική σύνδεση 50 Μbps που αξιοποιεί εν μέρει το δίκτυο οπτικών αποδίδει πραγματική ταχύτητα 25 - 30 Mbps (50% με 60% της ονομαστικής) ενώ μια σύνδεση ADSL 24 Μbps, προσφέρει κατά μέσον όρο μόλις 8 Mbps στο download (33% της ονομαστικής).

 

Ωστόσο, για την ώρα, η πλειονότητα των νοικοκυριών παραμένει σε συμβόλαια «χάλκινων συνδέσεων» για οικονομικούς κυρίως λόγους. 

 

Εκτός όμως από το είδος της σύνδεσης, σημαντικό ρόλο στις ταχύτητες του διαδικτύου παίζουν η γεωγραφική θέση και η ώρα σύνδεσης: στα αστικά κέντρα οι ταχύτητες πρόσβασης είναι συνήθως υψηλότερες από ό,τι στην επαρχία και οι χρήστες παρατηρούν υψηλότερες πραγματικές ταχύτητες τις ώρες μη αιχμής.